Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το τελευταίο έργο του Δημήτρη Δημητριάδη που ανεβαίνει στη σκηνή του Από Μηχανής είναι πριν από όλα έργο «ποιητικής». Εργο δηλαδή που θέτει απέναντι στην τέχνη (του θεάτρου κατά πρώτοις, αλλά όχι μόνο…) την ίδια την τέχνη σαν κάτοπτρο και μέσον αυτογνωσίας. Είναι ένα έργο εκτός της «τρέχουσας πραγματικότητας», που ωστόσο μιλά για την «πάντα εκεί» και για την «πάντα άλλη» πραγματικότητα.

Δεν είναι βέβαια αυτό κάτι το νέο. Το έργο του Δημητριάδη δεν έχει παρά να ακούσει τον παλιό μύθο για τη ζωή, που έμοιασε κάποτε με εικόνα του θεάτρου, ή την παλιά ιστορία ενός κόσμου που βρέθηκε να περνάει συγχυσμένος τα στενά της μίμησης και να ανεβαίνει απροετοίμαστος στη σκηνή που φύλαξε για τα πιο κρυφά όνειρά του. Το «Στροχάιμ» είναι ακόμη μια παραβολή όπου το έξω συναντάει το μέσα, με τρόπο αδιάρρηκτο και ομοούσιο.

Ο Εριχ φον Στροχάιμ είναι ο αντιπροσωπευτικός καλλιτέχνης αυτής της μετάβασης. Ο ίδιος δεν ανήκει πουθενά σε αυτόν τον κόσμο, το στίγμα του δεν εντοπίζεται ούτε στη γεωγραφία ούτε στην ιστορία του περασμένου αιώνα. Ενα περίεργο βιογραφικό σαν εκκρεμές: δεν στέκεται ούτε στην Αυστρία ούτε στην Αμερική, ούτε στην κατηγορία ηθοποιός ούτε και σκηνοθέτης, ούτε στον Μεσοπόλεμο ούτε στους νέους καιρούς. Η προσφορά του δεν απλώνεται στον βωβό και στον ομιλούντα κινηματογράφο. Σε αυτό το ανάμεσα μύθου και πραγματικότητας, στο είναι και φαίνεσθαι, ο Στροχάιμ αν το καλοσκεφτούμε έρχεται στον νου περισσότερο σαν «ρόλος». Μοιάζει μέρος της ίδιας τέχνης την οποία θεράπευσε στη διάρκεια της ζωής του.

Η επίσκεψη ενός φαντάσματος

Εξάλλου έτσι μοιάζουν τα πράγματα από μακριά. Η ιστορία γίνεται μια σειρά από ρόλους στους οποίους εναποθέτουμε εκ των υστέρων το δικό μας βάρος. Και πόσο περισσότερο, όταν αυτή η ιστορία αφορά ανθρώπους που εκόμισαν κάποτε εις την τέχνην, που συνεπλάκησαν με ρόλους, που χάθηκαν στα φώτα της σκηνής ή διάβηκαν στις σκιές του σελιλόιντ… Από αυτήν την άποψη ανήκουν στον ένα και στον άλλο κόσμο, στην αλήθεια και το ψέμα, στο όνειρο και την πραγματικότητα, χωρίς να μας ομολογούν το πού αρχίζει το ένα και πού το άλλο σταματά.

Γι’ αυτό στο έργο του Δημητριάδη ένας παροπλισμένος Στροχάιμ, κάπου στη Γαλλία, στη σκιά του βίου και στο τέρμα του, δέχεται την επίσκεψη ενός φαντάσματος κι ενός ρόλου. Είναι η Νόρμα Ντέσμοντ, ο κεντρικός ρόλος της ταινίας του Μπίλι Γουάιλντερ «Λεωφόρος της Δύσης», η πλέον χαρακτηριστική παραβολή μιας ζωής που ρουφιέται από την τέχνη μέχρι του σημείου της αναλήψεως ή της τρέλας.

Ο ρόλος μιας ήδη νεκρής και λησμονημένης έρχεται, λοιπόν, να συνοδεύσει έναν σχεδόν νεκρό στην τελευταία του κατοικία. Στην πραγματικότητα έρχεται για κάτι άλλο: για να του αναγγείλει πως νίκησε τον πόνο και τον θάνατο, και μάλιστα με τον δικό τους τρόπο: η δική της παρουσία εγγυάται τη δική του «μετά θάνατον» ζωή, μια ζωή μόνο για εκείνους που πιστεύουν στην τέχνη και μόνο για όσους βλέπουν τα φαντάσματα της σκηνής. Ερχεται να του επιβεβαιώσει τη βαθιά πίστη του πως η τέχνη νικιέται από τη ζωή, μα νικάει τον θάνατο.

Στο ύφος του βωβού

Γι’ αυτό το «Στροχάιμ» θέλει να παίζεται από ηθοποιούς ολκής. Είναι ηθοποιοί που οφείλουν να συμμετέχουν στη μεγάλη μαγεία. Το ύφος του έργου είναι το ύφος του βωβού κινηματογράφου, του μελοδράματος με την αισθησιακή πόζα, τον ναρκισσισμό και τη μεγαλομανία. Ενα θέατρο που πάνω από όλα δεν σταματά να παίζει.

Σε αυτό το ύφος ο Ακις Βλουτής παίζει τον ετοιμοθάνατο καλλιτέχνη σαν διπλό πρόσωπο ή σαν κάποιο πρόσωπο που πατάει μαζί σε δύο κόσμους. Ο δικός του Στροχάιμ είναι καθηλωμένος την ίδια στιγμή που υπερίπταται στη σκηνή. Είναι ένας τσαλακωμένος γέρος, με πόνους και εμμονές, εντός του οποίου ωστόσο φτερουγίζει ο άγγελος της τέχνης. Ποιος μπορεί να αρνηθεί από ένα τέτοιο πρόσωπο την ανάληψη στους ουρανούς ή την εξ ύψους παρηγορία;

Τριπλό παιχνίδι

Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη ερμηνεύει τη Νόρμα σε ένα συνεχές γκέστους. Βγαίνει από την οθόνη με την εντυπωσιακή μίμηση της μίμησης του σώματος και έκφρασης της ντίβας. Κανονικά μια τέτοια επιλογή θα ήταν από ένα σημείο και μετά «στενός επίδεσμος» για την ηθοποιό. Κι όμως η Καραμπέτη μπορεί να κινηθεί κάτω από αυτόν, να μετατρέψει το όραμα του ρόλου της σε παρουσία. Η Αγλαΐα Παππά υποστηρίζει έναν τρίτο, όχι πολύ αξιοποιημένο στη μικρή διάρκεια της παράστασης, ρόλο τής για είκοσι χρόνια συνοδού του σκηνοθέτη, Ντενίζ. Ιδιοφυώς ο Φασουλής τη δικαιολόγησε σκηνικά, αναθέτοντάς της τη δράση του σιδερώματος, μια συνεχή υπόμνηση της προσφοράς και ανιδιοτελούς αγάπης. Κατ’ αναλογία κρατά τον ρόλο που έχει και η Κριστίν στη «Δεσποινίδα Τζούλια»: Βρίσκεται εκεί για να συγκρατεί τους άλλους στο έδαφος, για να δημιουργεί ένα πλαφόν πραγματικότητας. Σε αυτόν τον μάλλον άχαρο αλλά σημαντικό ρόλο, η Παππά υπήρξε χαρακτηριστικότατη: χωρίς πολλή χάρη, μακριά από το όραμα που ακολούθησε ο Στροχάιμ, γίνεται γι’ αυτόν σανίδα σωτηρίας αλλά και η δική του ανθρώπινη ειρκτή.

Τρεις σημαντικοί ηθοποιοί συναντιούνται στη σκηνή σε ένα τριπλό παιχνίδι ύπαρξης και θεάτρου. Τους συνοδεύουν τα σκηνικά του Νίκου Αναγνωστόπουλου, με την ξεχωριστή γοητεία τους, και τα όμορφα κοστούμια της Ντένης Βαχλιώτη. Το θέατρο ζει για μία ώρα την αναπαράσταση του εαυτού του.