Τρία πρόσωπα κι ένα στρωμένο τραπέζι σαν μια κωμικοτραγική ιεροτελεστία. Τρία αδέλφια σαν χορωδία παραφρόνων αποπειρώνται ενάντια στην αφασία, στην παράλυσή τους, ενάντια στον μηδενισμό, με όπλο τον μηδενισμό.
Το «Ρίττερ, Ντένε, Φος» του Τόμας Μπέρνχαρντ παίζεται στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης σε σκηνοθεσία Μαρίας Πρωτόπαππα με ερμηνευτές τους Στεφανία Γουλιώτη, Λουκία Μιχαλοπούλου, Αργύρη Ξάφη. Το έργο γράφτηκε το 1984 και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Φεστιβάλ του Σάλτσμπουργκ με σημαντικούς ηθοποιούς της γερμανικής σκηνής, ηθοποιούς «έξυπνους» όπως τους χαρακτηρίζει ο συγγραφέας, που τα ονόματά τους δίνουν και τον τίτλο του έργου: την Ιλζε Ρίττερ, την Κρίστεν Ντένε και τον Γκερτ Φος.
Στην Ελλάδα ανέβηκε για πρώτη φορά το 1991 στο θέατρο της Οδού Κυκλάδων από τον Λευτέρη Βογιατζή, με τον ίδιο στον ρόλο του Λούντβιχ, τις Ολια Λαζαρίδου και Λυδία Κονιόρδου ως αδελφές του.
Η υπόθεση εκτυλίσσεται στη διάρκεια μιας μέρας στο αρχοντικό της πάμπλουτης, μεγαλοαστικής οικογένειας Βόρινγκερ, σ’ ένα προάστιο της Βιέννης. Τα πρόσωπα είναι τα τρία αδέρφια, η Ρίττερ, η Ντένε και ο Λούντβιχ Φος. Είναι η μέρα που η μεγάλη αδερφή Ντένε, παρά τις αντιδράσεις της Ρίττερ, έχει φέρει στο σπίτι, ύστερα από 20ετή παραμονή του στο ψυχιατρείο, τον αδερφό τους Λούντβιχ.
Ο συγγραφέας δανείζεται στοιχεία από έναν σπουδαίο συμπατριώτη του, από την προσωπική ιστορία του Αυστριακού φιλόσοφου της Λογικής, του ιδιοφυούς Λούντβιχ Βίτγκενσταϊν. Γόνος μιας από τις πλουσιότερες οικογένειες της Ευρώπης, μετά τον πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο χάρισε ολόκληρη την περιουσία του στους αδελφούς και τις αδελφές του. Τρεις από τους αδελφούς του αυτοκτόνησαν, ο ίδιος υπέφερε συχνά από κατάθλιψη.
Διέκοψε πολλές φορές τη σημαντική ακαδημαϊκή σταδιοδρομία του, πότε υπηρετώντας ως αξιωματικός σε μέτωπο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, πότε διδάσκοντας σε σχολεία απομακρυσμένων χωριών της Αυστρίας, πότε ως κηπουρός σε μοναστήρι, πότε εργαζόμενος ως νοσοκομειακός φροντιστής στο Λονδίνο στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, πότε γράφοντας απομονωμένος στα νορβηγικά δάση.
Η φιγούρα αυτού του μεγάλου φιλοσόφου, που η μελέτη του πάνω στη δομή της σκέψης και τη χρήση της γλώσσας υπήρξε καταλύτης για την κατεύθυνση της φιλοσοφίας τού 20ού αιώνα, είναι παρούσα στο κείμενο του Μπέρνχαρντ.
Ενα έργο χωρίς πλοκή όπως γίνεται συνήθως στα έργα του Μπέρνχαρτ -η δράση είναι ο ίδιος ο λόγος. Τι συμβαίνει ανάμεσα σ’ αυτούς τους τρεις ανθρώπους που φέρουν το όνομα των ηθοποιών που τους ερμηνεύουν;
«Δεν είναι τυχαίο που ο τίτλος του έργου σχηματίζεται από τα ονόματα των τριών ηθοποιών με τους οποίους ο Μπέρνχαρντ ήθελε να δει το έργο του παιγμένο», λέει η Στεφανία Γουλιώτη. «Σημαίνει πως αυτό που ζητάει από τους ηθοποιούς είναι να ξετυλιχτεί μπροστά στο κοινό η ίδια η προσωπικότητά τους, μια προσωπικότητα που θα παρασυρθεί, θα μετακινηθεί από τα σκηνικά γεγονότα.
Η τάση του συγγραφέα να αντιφάσκει μας κάνει να φανταζόμαστε ότι τα έργα ανεβαίνουν γκροτέσκ. Ο,τι γίνεται στο συγκεκριμένο γεύμα ανάμεσα σ’ αυτούς τους τρεις φρικτούς ανθρώπους, στην πιο ακραία στιγμή τους, είναι σαφώς υπερβολικό. Ο ευφυής Μπέρνχαρντ καταφέρνει την ίδια στιγμή να είναι τα πάντα: υπονομευτικός και θριαμβικός, υπερβολικός και απλός, κωμικός και τραγικός, αφελής και σκεπτικός.
Το έργο είναι σοκαριστικά σύγχρονο, όπως συμβαίνει κάθε φορά που καταπιάνεσαι με θεμελιώδη ζητήματα που αφορούν την ύπαρξη, μ’ αυτά που ο άνθρωπος συνδιαλέγεται πάντα, προσπαθώντας να τα αποκωδικοποιήσει, να τα εξηγήσει. Κι ενώ η τεχνολογία προχωράει ιλιγγιωδώς, η ψυχική εξέλιξη του ανθρώπινου οργανισμού δεν συντελείται το ίδιο γρήγορα.
Αυτή η έλλειψη συγχρονισμού νομίζω πως εξηγεί και τον συντηρητισμό του καιρού μας. Η εξέλιξη φοβίζει τον άνθρωπο, τον κάνει να στρέφεται σε ό,τι του θυμίζει ασφάλεια, την επιστροφή σε κάτι γνώριμο. Από τότε που γράφτηκε το έργο μέχρι σήμερα, δεν πιστεύω ότι έχουμε κάνει βήματα μπροστά.
Αποτύχαμε να δημιουργήσουμε υγιείς οικογενειακούς δεσμούς, να οικοδομήσουμε μια προοδευτική κοινωνία, όσο κι αν προσπαθούμε να πείσουμε τους εαυτούς μας για το αντίθετο. Ο Μπέρνχαρντ λέει αλήθειες με την αφέλεια και την άγνοια ενός μικρού παιδιού, διατηρώντας όμως την πονηριά και την ειρωνεία του ενήλικα. Μας τις πετάει στα μούτρα ανενδοίαστα και δεν μπορούμε να του προσάψουμε τίποτα. Το γεύμα αυτό είναι ένα γεύμα με τον θάνατο.
Οι τρεις ήρωες προσπαθούν απελπισμένα να κρατηθούν από τις ιδέες και τη σκέψη, για να μην παραδεχτούν πως είναι κλινικά νεκροί εδώ και χρόνια. Καθρεφτίζονται ο ένας στον άλλον και θυμώνουν μ’ αυτόν τον καθρεφτισμένο εαυτό. Θλιβεροί και απεχθείς.
• Ο προσωπικός μηδενισμός μπορεί να γίνει όπλο απέναντι στον κοινωνικό μηδενισμό; Ποια επανάσταση υπαινίσσεται ο συγγραφέας μέσα απ’ αυτή την φαινομενική παραδοξολογία;
Ο προσωπικός μηδενισμός δεν επιτίθεται. Μ’ αυτόν αμύνεσαι μπροστά στην ανικανότητά σου να αντισταθείς σε ό,τι μας έχει επιβληθεί, σε ό,τι μας έχει εγκλωβίσει σ’ έναν επώδυνο συμβιβασμό. Για να συνυπάρξουμε ως φυλή, έχουμε κάνει ασύλληπτους συμβιβασμούς, τέτοιους που καταργούν την ίδια τη φύση μας.
Το ίδιο κάνει και ο προσωπικός μηδενισμός: τρολάρει. Οπως και ο Μπέρνχαρντ που αντιφάσκει διαρκώς, για να σου δείξει αυτό που αρνείσαι πεισματικά να δεις. Με την υπερβολή καταλήγει να γίνεται εριστικός προκειμένου να κινητοποιήσει αντιδράσεις -δεν νοιάζεται ποιες θα είναι, αρκεί να προκληθούν αντιδράσεις ή μετακινήσεις.
Ο Μπέρνχαρντ είναι βαθιά απογοητευμένος από τη χώρα του, από το γεγονός ότι η Αυστρία δέχτηκε να προσαρτηθεί στο Γ’ Ράιχ χωρίς αντίσταση, από το γεγονός ότι η σύμπραξή της με τη ναζιστική Γερμανία πέρασε σχεδόν απαρατήρητη. Αυτό τον στοιχειώνει. Η επανάσταση που εγώ βλέπω να υπαινίσσεται είναι αυτή απέναντι στον ίδιο τον εαυτό μας. Είναι η μόνη επανάσταση που υπάρχει στη μοιραία αλυσίδα όλων των «φυλακών» που κληρονομήσαμε από τους γονείς μας.
• Ο τρόπος και ο λόγος του Μπέρνχαρντ είναι ιδιαίτερος. Γλώσσα κρυπτική, ρυθμική, με συχνές επαναλήψεις, συμβολισμούς, υπαινιγμούς, σκληρό χιούμορ, έντονη κριτική στις περίφημες δυτικές αξίες αλλά και στη χώρα του, την Αυστρία. Κι όμως έχει αγαπηθεί από τους καλλιτέχνες και ελληνικό κοινό, έργα του ανεβαίνουν συνεχώς. Πού το αποδίδετε;
Ο λόγος του Μπέρνχαρντ είναι χειμαρρώδης. Δεν μπορείς να ελέγξεις τη ροή του, αυτή σε ελέγχει. Ο χαρακτήρας του είναι παραληρηματικός: όσο μιλάμε, υπάρχουμε, μέσα από τον ακατάπαυστο λόγο αναζητούμε απαντήσεις. Και πάνω σ’ αυτό η ελληνική γλώσσα ενδείκνυται τόσο πολύ!
Η προτίμηση του συγγραφέα δηλαδή έχει να κάνει με την ανάγκη των σκηνοθετών, αλλά κυρίως των ηθοποιών να προτείνουν τον τρόπο σκηνικής έκφρασης μέσω του παραληρήματος του λόγου. Ισως γιατί σ’ αυτή τη διαρκή ροή λόγου περιμένεις κάτι να σου αποκαλυφθεί -μοιάζει σαν ύστατη πράξη απελπισίας προς την κατεύθυνση της λύσης. Οι Ελληνες βρισκόμαστε σε κατάσταση απελπισίας. Τα social media δίνουν την ψευδαίσθηση ότι δεν είμαστε, όμως, ναι, είμαστε!
• Είμαστε επίσης ένας λαός που αγαπάει πολύ το θέατρο. Πολλές σκηνές, τόσο πολλοί ηθοποιοί που είναι αδύνατον να απορροφηθούν παραγωγικά, να εργαστούν.
Η Παιδεία στη χώρα μας είναι απίστευτα ελλιπής, στεγνή, στείρα. Δεν παράγει ανθρώπους, αλλά τυποποιημένα προϊόντα. Το θέατρο δίνει σε πολλά παιδιά μια ψευδαίσθηση ότι εκεί μπορεί να κρύβεται το προσωπικό ταλέντο τους. Σαν να νιώθουν πως από κάτι πρέπει να απομακρυνθούν.
Κι έτσι στρέφονται αρχικά στο θέατρο, μιας και είναι βέβαιο ότι μέσα απ’ αυτή την τέχνη θα μετακινηθεί τουλάχιστον το συναίσθημά τους από τον βάλτο που τους έχει βυθίσει το σχολείο ή ακόμα και η οικογένεια. Θα ήθελα να υπήρχαν περισσότεροι συνειδητοποιημένοι νέοι που θα αναζητούσαν, θα εμβάθυναν στην τέχνη που τους ταιριάζει, γιατί όλοι ανεξαιρέτως σε κάτι έχουμε ταλέντο.
Πράγματι, το θέατρο στην Αθήνα φιλοξενεί πολλούς νέους που ψάχνουν τον δρόμο τους. Αυτό δεν με τρομάζει, με στεναχωρεί που ξέρω ότι για τους περισσότερους θα έρθει ένα επώδυνο τέλος. Ως τότε, όμως, θα προκύπτουν παραστάσεις και πειραματισμοί ανήσυχων ομάδων που θα έχουν ενδιαφέρον και πάντα θα μπορείς να μαθαίνεις ακόμα και από μικρά αλλά τολμηρά εγχειρήματα.
INFO: Θέατρο Τέχνης/Υπόγειο (Πεσμαζόγλου 5, Τηλ.: 2103228706). «Ρίττερ, Ντένε, Φος» του Τόμας Μπέρνχαρντ. Μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας. Σκηνοθεσία: Μαρία Πρωτόπαππα. Σκηνικά- Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης. Αντικείμενα – Props: Γεωργία Μπούρα. Κοστούμια: Αγις Παναγιώτου. Sound design: Λόλεκ. Κίνηση: Κατερίνα Φωτιάδη. Ερμηνεύουν: Λουκία Μιχαλοπούλου, Στεφανία Γουλιώτη, Αργύρης Ξάφης.
