«Οριστική λύση για το Θεατρικό Μουσείο», ανακοίνωνε χθες το πρωί η υπουργός Πολιτισμού Λυδία Κονιόρδου. Θα ‘λεγε κανείς ότι είναι μια ιστορική στιγμή αν δεν είχαν υπάρξει τα τελευταία χρόνια τουλάχιστον δύο επίσημες και «οριστικές λύσεις», που αφού χαιρετίστηκαν με καμπανοκρουσίες στη συνέχεια ναυάγησαν.
Μία το 2010 από τον τότε δήμαρχο Αθήνας Νικήτα Κακλάμανη, που του είχε παραχωρήσει κτίριο στην οδό Μητροπόλεως, το οποίο πολύ γρήγορα, επί Καμίνη, μετατράπηκε σε Μουσείο Μαρίας Κάλλας και, άλλωστε, οι άνθρωποι του Θεατρικού Μουσείου είχαν ήδη ανακαλύψει ότι ήταν μικρό.
Και άλλη μία, το 2016, από τον υπουργό Πολιτισμού Αριστείδη Μπαλτά, που είχε ανακοινώσει τη μεταφορά του στο Μέγαρο Μουσικής, χωρίς να έχει φροντίσει να εξασφαλίσει τη σύμφωνη γνώμη του Μεγάρου, αλλά και να ελέγξει την καταλληλότητα των χώρων του.
Για να μη θυμηθούμε και τον Κώστα Τασούλα, το 2014, που ονειρευόταν να το αναλάβουν το Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος και η Λυρική.
Ηρθε τώρα η σειρά της Λυδίας Κονιόρδου. Αφού ασχολήθηκε, λένε οι πληροφορίες μας, πολύ σοβαρά με το θέμα και επί μεγάλο διάστημα, βρήκε τελικά χώρο που θα στεγάσει το μουσείο: ένα νεοκλασικό της οδού Σταδίου 47, περιουσία του κληροδοτήματος Αλεξάνδρου Σούτζου, που παραχωρήθηκε από την Εθνική Πινακοθήκη.
Η υπουργός εξασφάλισε τα καθόλου λίγα χρήματα που απαιτούνται για κάθε στάδιο της σωτηρίας του.
Και σχεδίασε ένα ολοκληρωμένο πλάνο ξεπεράσματος βήμα βήμα όλων των σκοπέλων. Διότι το Κέντρο Μελέτης και Ερευνας του Ελληνικού Θεάτρου-Θεατρικό Μουσείο, όπως είναι ο πλήρης τίτλος του, είναι ΝΠΙΔ και για να τύχει τόσο μεγάλης οικονομικής στήριξης από το ΥΠΠΟ θα πρέπει πρώτα να περάσει στο Δημόσιο.
Το πέρασμα, όμως, στο Δημόσιο ενός ανεξάρτητου, αν και επί χρόνια επιχορηγούμενου, θεσμού πρέπει πρώτα να γίνει πλήρως αποδεκτό από τη Γενική Συνέλευση του μουσείου και τους φορείς που εμπλέκονται σ’ αυτό, είχαν τον μόνο λόγο στη λειτουργία του, και τώρα θα τον χάσουν – κυρίως την Εταιρεία Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων.
Γι’ αυτό και η χθεσινή δήλωση του προέδρου του Δ.Σ. του Θεατρικού Μουσείου και προσώπου-κλειδί σε όλη την ιστορία όλα αυτά τα δύσκολα χρόνια, Κώστα Γεωργουσόπουλου, για τη λύση Κονιόρδου δίνει μια πρώτη αισιόδοξη νότα στον μαραθώνιο που ξεκινά: «Μακάρι να γίνει και αύριο».
Κατ’ αρχάς πρέπει το νεοκλασικό της Σταδίου, με διατηρητέα πρόσοψη από το 2003, ισόγειο και δύο ορόφους, που είχε χρησιμοποιηθεί ως εξοχικό της οικογένειας Αλεξάνδρου Σούτζου (διέθετε και έξοδο αλόγων στην οδό Γεωργίου Σταύρου), να τύχει γενναίας ανακαίνισης και μετατροπής σε σύγχρονο Θεατρικό Μουσείο.
Δεν είναι σε καλή κατάσταση, μέχρι το 2012 εκμισθωνόταν σε εμπορικές επιχειρήσεις. Το υπουργείο Πολιτισμού έχει δεσμεύσει κονδύλια από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων.
Το νεοκλασικό θα στεγάσει την πλούσια κληρονομιά του μουσείου (ό,τι δεν έχει ακόμα σαπίσει και μπορεί να σωθεί), το αρχείο και τη βιβλιοθήκη του, ενώ θα προβλεφθούν χώροι για έρευνα και εκπαίδευση πάνω στο ελληνικό θέατρο.
Με το πέρασμά του στο Δημόσιο, το μουσείο θα πρέπει να τεθεί άμεσα υπό την εποπτεία ενός κρατικού θεσμού. Επιλέχτηκε ως πιο συγγενικό το Εθνικό Θέατρο (συμφωνεί ο Στάθης Λιβαθινός), στο οποίο, όπως διαβεβαιώνει το ΥΠΠΟ, έχουν ήδη αποδοθεί 450 χιλιάδες ευρώ για να καλυφθούν οι άμεσες ανάγκες του μουσείου. Είναι πάντως πολύ περισσότερα τα χρέη του.
Σύμφωνα με πληροφορίες μας, στο τέλος του 2017 έφταναν το 1,9 εκατ. ευρώ (650 χιλιάδες για εργαζομένους που βρίσκονται σε επίσχεση εργασίας επί πέντε και πάνω χρόνια, 750 χιλιάδες οφειλές στο ΙΚΑ, 170 χιλιάδες για ενοίκια κ.λπ.).
Είναι φανερό ότι η λύση Κονιόρδου, όσο σταθερά κι αν φαίνεται ότι πατάει στα πόδια της, έχει μπροστά της μακρύ δρόμο.
Ακόμα κι αν τα θεσμικά-γραφειοκρατικά τελειώσουν γρήγορα, θα απομένει το μεγάλο έργο της ανακαίνισης και μετατροπής του νεοκλασικού.
Και μέχρι τότε; Τι θα γίνει με το παραδομένο σε κλέφτες, βανδάλους, ποντίκια, κατσαρίδες, υγρασία, φθορά και βρομιά υπόγειο του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Αθηναίων, επί της Ακαδημίας, εκεί όπου βρίσκονται οι εκθεσιακοί χώροι του μουσείου, κλειστοί από το 2011; Τι θα γίνουν οι θησαυροί της Βιβλιοθήκης του;
Κατά μία κωμικοκοτραγική σύμπτωση χθες το πρωί, η αστυνομία είχε πιάσει δουλειά στη Βιβλιοθήκη, στην οδό Καραμανλάκη, στα Πατήσια.
Οταν πήγαινε να ξεκινήσει προγραμματισμένη μεταφορά των θησαυρών της σε ασφαλή χώρο της ΕΡΤ, μια ιστορία που ξεκίνησε ως βέβαιη τον Οκτώβριο του 2016, αλλά καθυστέρησε εντυπωσιακά και σκανδαλωδώς (ας όψονται οι αλλαγές διοικήσεων της ΕΡΤ), διαπιστώθηκε κλοπή.
Οπως μας δήλωσε ο Κώστας Γεωργουσόπουλος, οι θεατρόφιλοι κλέφτες είχαν φύγει με ολόκληρη (!) τη βιβλιοθήκη της Ελένης Παπαδάκη. «Μόνο το έπιπλο έμεινε».
Ας ελπίσουμε ότι η αστυνομία θα ολοκληρώσει σύντομα την έρευνά της και η μετακόμιση θα ξεκινήσει, πριν και άλλοι «θεατρόφιλοι» κλέφτες την επισκεφτούν. Ο κ. Γεωργουσόπουλος μας είπε, άλλωστε, ότι δεν υπήρξε «διάρρηξη», είχε μάλλον χρησιμοποιηθεί αντικλείδι.
Το Θεατρικό Μουσείο ιδρύθηκε το 1938 από την Εταιρεία Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων. Το 1976 έγινε Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου.
Στα υπόγεια του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου, τρεις εκθεσιακοί χώροι και η αίθουσα αρχείων φιλοξενούν καμαρίνια με προσωπικά είδη θρυλικών μορφών του θεάτρου μας (Κοτοπούλη, Κυβέλη, Μινωτή, Παξινού, Μερκούρη, Βουγιουκλάκη κ.ά.) και πλήθος ντοκουμέντων (έντυπων, οπτικοακουστικών και ψηφιοποιημένων) από φεστιβάλ και παραστάσεις.
Η Βιβλιοθήκη, πολύτιμος τόπος δουλειάς για φοιτητές και ερευνητές, περιλαμβάνει βιβλία, περιοδικά, χειρόγραφα, μαγνητοσκοπημένες παραστάσεις, ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές, αρχεία προσωπικοτήτων, όπως του Αριστείδη Καρύδη-Φουκς.
Με λίγα λόγια, όλη την ιστορία του ελληνικού θεάτρου που από μια σειρά αστοχιών και λαθών, ιδιωτικών και κρατικών, κινδύνεψε και ακόμα κινδυνεύει.
