Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Χρυσή Σφαίρα Καλύτερου Δράματος και 8 υποψηφιότητες Οσκαρ για τη συγκινητική ταινία του Μπάρι Τζένκινς που επιλέγει να προβάλει τη διαφορετικότητα και την ανθρωπιά. Υποψήφια για Οσκαρ και η Νάταλι Πόρτμαν, υποβλητική πρώτη κυρία αμέσως μετά τη δολοφονία του Τζον Φ. Κένεντι, με τη σκηνοθετική ματιά του Πάμπλο Λαραΐν.

Moonlight ★★★★☆

(ΗΠΑ, 2016, 111’)

  • σκηνοθεσία: Μπάρι Τζένκινς
  • ηθοποιοί: Μαχερσάλα Αλί, Αλεξ Ρ. Χίμπερτ, Αστον Σάντερς, Τρεβάντε Ρόουντς, Αντρέ Χόλαντ, Ναόμι Χάρις, Τζανέλ Μονέ

Το «Moonlight» είναι μια ταινία-έκπληξη: νομίζεις ότι ξέρεις τι είναι, νομίζεις ότι δεν σε αφορά κι όμως σε διαψεύδει με κάθε γύρισμα της απελευθερωτικής διαδρομής της. Η ταινία του Μπάρι Τζένκινς, δεύτερη μετά το «Medicine for Melancholy» του 2008, έχει ήδη τιμηθεί με τη Χρυσή Σφαίρα Καλύτερου Δράματος κι είναι υποψήφια για 8 Οσκαρ, στις βασικότερες κατηγορίες.

Η ιστορία της παρακολουθεί ένα μαύρο αγόρι που προσπαθεί να μεγαλώσει και να καταλάβει τη δική του ταυτότητα στο σκληρό περιβάλλον του γκέτο του Μαϊάμι στις αρχές του ‘90, όταν μεσουρανούσε το κρακ κι η ζωή άξιζε λιγότερο από ένα φιξ. Μια ιστορία που από άλλο σκηνοθέτη θα ήταν εύκολα ένα μίζερο μελόδραμα, στα χέρια του Τζένκινς γίνεται αληθινή και, μάλιστα, ανυψωτική, ποίηση.

Η ταινία κυλά σε τρεις ενότητες: στην πρώτη, ο μικρός, «Little», Σαϊρόν είναι αγοράκι και μόνο του μια και η ανύπαντρη μητέρα του ασχολείται περισσότερο με το να εξασφαλίσει τη δόση της παρά με τον ίδιο. Ο Little αναρωτιέται γιατί οι συμμαθητές του τον φωνάζουν «αδερφή» και στο πρόσωπο του τοπικού ντίλερ βρίσκει τη φιγούρα του πατέρα που του λείπει. Στη δεύτερη, την πιο προβλέψιμη και πιο προφανή, το αγόρι είναι έφηβος και μαθαίνει ν’ απαντά στη βία με βία, με τις κυρώσεις που αυτό συνεπάγεται.

Στην τρίτη, ο ενήλικος Σαϊρόν, ο «Black», έχει τραβήξει τον προδιαγεγραμμένο δρόμο του αλλά για το αγόρι που πάντα κρύβει μέσα του η ταυτότητα δεν είναι δεδομένη, τα συναισθήματα δεν ορίζονται και ο ήρωας, μαζί μ’ ολόκληρη την ταινία, είναι έτοιμος να κάνει ένα άλμα πίστης, ρομαντισμού και, απρόσμενα, βαθιάς αισιοδοξίας στον άνθρωπο (και στο σινεμά μαζί).

Οσο σκοτεινή είναι η ιστορία του «Moonlight», άλλο τόσο ζεστή, όμορφη, μ’ έναν αισθησιασμό της θέρμης, του καλοκαιριού και της επιθυμίας, είναι η ταινία. Για ένα φιλμ που σε τοποθετεί μεμιάς σ’ ένα άγνωστο σύμπαν, κατορθώνοντας από τα πρώτα λεπτά του να προκαλέσει μια αντίδραση βιωματική, εμπειρική, που πηγάζει από ένστικτα κι όχι από νου, το «Moonlight» μοιάζει να σε κοιτά στα μάτια, καθώς η κάμερα, διαρκώς στο χέρι, κινείται αργά και κυκλικά χωρίς να σταματά, χορεύοντας μαζί με τους ήρωες στην καθημερινή ροή της ζωής τους.

Φέρνοντας κοντά τους πίνακες του Εντουαρντ Χόπερ, την ανάμνηση του «George Washington» του Ντέιβιντ Γκόρντον Γκριν και το μοντέρνο, στιλάτο R’n’B, η ταινία ντύνει τις εικόνες της με μουσικές είτε βγαλμένες από τη γειτονιά της, είτε ελκυστικά αντίθετες, από το Vesperae Solennes de Confessore του Μότσαρτ, αλλά με την πινελιά του Νίκολας Μπρίτελ, ώς τους Goodie Mob.

Οι ερμηνείες των ηθοποιών, από τους τρεις ξεχωριστούς που ενσαρκώνουν τον Σαϊρόν, ώς τα μικρά κοσμήματα των υποψήφιων για Οσκαρ Μαχερσάλα Αλί και Ναόμι Χάρις, είναι λεπτοδουλεμένες και αφαιρετικές, συναισθηματικά κομψές. Οι συμβολισμοί του φιλμ, η αντίθεση της «φωτιάς», εσωτερικής, ποινικής, με το «νερό» που καθαίρει, ή που νεκρώνει τις αισθήσεις, είναι πυκνοί και συχνοί αλλά ταυτόχρονα διακριτικοί.

Καθώς στο σενάριο του Μπάρι Τζένκινς (επίσης υποψήφιο για Οσκαρ), βασισμένο στο θεατρικό έργο του Ταρέλ Αλβιν ΜακΚρέινι, επιλέγει συγκεκριμένες και λίγες στιγμές από τη ζωή του ήρωα, αυτές αναπόφευκτα μοιάζουν στερεοτυπικές, εμβληματικές, φορτωμένες – για ν’ αυτοανατραπούν, όμως, στο τρίτο μέρος της ταινίας, αυτό που γειτονεύει μόνο με τον mainstream gay ερωτισμό του «Brokeback Mountain».

Απόλυτα συγκροτημένη, εστέτ και υπολογισμένη, η ταινία αφήνει ελεύθερο ένα γοητευτικό λυρισμό, ένα γενναιόδωρο ρομαντισμό που μοιάζει, αλλά δεν είναι, αταίριαστος στο ντεκόρ της. Και μέσα από το πανέμορφο περιτύλιγμά της, αφήνεται να μιλήσει, συνεσταλμένα κι ευαίσθητα, όχι για τη διαφορετικότητα, όχι για τον ελεύθερο προσδιορισμό της ταυτότητας, αλλά για την υπέρβασή του, για την ανθρώπινη φύση που είναι, ακόμα κι όταν περιορίζεται σε στερεότυπα και ετικέτες, ρευστή και μεταλλασσόμενη. ΙΝΤΕΑΛ, ΝΙΡΒΑΝΑ

Jackie    ★★½☆☆☆

(Χιλή, Γαλλία, ΗΠΑ, 2016, 100’)

  • σκηνοθεσία: Πάμπλο Λαραΐν
  • ηθοποιοί: Νάταλι Πόρτμαν, Πίτερ Σάρσγκαρντ, Γκρέτα Γκέργουιγκ, Μπίλι Κρούνταπ

Ο Πάμπλο Λαραΐν, ο Χιλιανός σκηνοθέτης του «No», του καθηλωτικού «El Club» και της ανατρεπτικής βιογραφίας του Πάμπλο Νερούδα που θα δούμε σύντομα στο «Neruda», δεν ακολουθεί ποτέ την πεπατημένη, δεν ξαποσταίνει ποτέ στα δεδομένα, πάντα ανακαλύπτει μια διαφορετική οπτική γωνία για να παρουσιάσει και να σχολιάσει το αντικείμενό του. Το ίδιο κάνει και στο «Jackie», αλλά με λιγότερη επιτυχία.

Η ταινία παρακολουθεί τις ημέρες της Τζάκι Κένεντι, όπως τις αφηγείται σ’ έναν απρόθυμο δημοσιογράφο, από τη στιγμή που ο Τζον Φ. Κένεντι δολοφονήθηκε κυριολεκτικά πάνω της, στην αυτοκινητοπομπή στο Ντάλας, μέχρι τη νεκρώσιμη πομπή της κηδείας στην Ουάσινγκτον, μια εβδομάδα αργότερα.

Γνωρίζοντας καλά ότι η απεικόνιση αυτών των στιγμών στον κόσμο και στα media θα καθορίσει την υστεροφημία του Κένεντι, αλλά και το δικό της προφίλ, η Τζάκι επιμένει να διατηρήσει μια βίαιη θεατρικότητα: από το αιματοβαμμένο ροζ ταγέρ που αρνείται να βγάλει, ώς την εικόνα της μαυροντυμένης χήρας που περπατά για χιλιόμετρα προστατεύοντας τα μικρά παιδιά της από τη μοίρα, η Τζάκι δίνει ένα οπερατικό ρεσιτάλ συναισθηματικού χειρισμού.

Το ίδιο έχει ως πρόθεση να κάνει και η ταινία: παίζοντας δραματικά με τον ήχο και την απουσία του, πλησιάζοντας την ηρωίδα τόσο κοντά, σχεδόν παραμορφωτικά, στριφογυρίζοντας με την κάμερα σε ομόκεντρους κύκλους γύρω από την Τζάκι, μετατρέποντας εσωτερικούς μονολόγους σε ιστορικούς διαλόγους.

Ομως αυτή η αισθητική και δραματουργική υπερβολή (για την οποία, άλλωστε, η Νάταλι Πόρτμαν είναι υποψήφια για Οσκαρ, όπως και τα Κοστούμια και η Μουσική), δεν φτάνει ποτέ αρκετά μακριά ώστε να γίνει αληθινά γκροτέσκα και δεν φτάνει ποτέ αρκετά κοντά ώστε να γίνει προσωπική, αφήνοντας από την ταινία μια αίσθηση έλλειψης πειστικότητας, συγκεχυμένων προθέσεων και ενός ενδιαφέροντος, αλλά αποτυχημένου πειράματος.

CINERAMA, ODEON STARCITY, VILLAGE MALL, VILLAGE PARK ΡΕΝΤΗ, VILLAGE ΦΑΛΗΡΟ, VILLAGE ΠΑΓΚΡΑΤΙ, ΑΕΛΛΩ CINEMAX, ΑΘΗΝΑΙΟΝ CINEPOLIS ΓΛΥΦΑΔΑ, ΑΙΓΛΗ, ΒΑΡΚΙΖΑ, ΔΑΝΑΟΣ, ΕΛΛΗ, ΚΗΦΙΣΙΑ CINEMAX, NANA CINEMAX, ΟΣΚΑΡ, ΣΙΝΕ ΑΝΟΙΞΙΣ, ΣΙΝΕ ΧΟΛΑΡΓΟΣ, ΣΙΝΕΑΚ, ΣΠΟΡΤΙΝΓΚ Ν. ΣΜΥΡΝΗ

Διχασμένος    ★★½☆☆☆

(Split, ΗΠΑ, 2017, 117’)

  • σκηνοθεσία: Μ. Νάιτ Σιάμαλαν
  • ηθοποιοί: Τζέιμς ΜακΑβόι, Ανια Τέιλορ-Τζόι, Μπέτι Μπάκλεϊ, Μπραντ Γουίλιαμ Χένκε

Ο Μ. Νάιτ Σιάμαλαν γράφει και σκηνοθετεί το πιο επιτυχημένο θρίλερ του αυτής της δεκαετίας, από την εποχή, όχι τυχαία, του «Unbreakable». Τρία κορίτσια βρίσκονται παγιδευμένα σ’ ένα εκτεταμένο υπόγειο, όμηροι ενός άντρα που πάσχει από διασχιστική διαταραχή προσωπικότητας: μέσα του «κρύβονται» 23 διαφορετικές προσωπικότητες, ενώ μια 24η, η πιο τερατώδης, μοιάζει μόλις να γεννιέται.

Ο Τζέιμς ΜακΑβόι αποδεικνύει ότι, ναι, μπορεί ν’ αλλάξει ύφος και γλώσσα του σώματος εν ριπή οφθαλμού, η αγωνία έχει ατμόσφαιρα και κλιμάκωση και το φινάλε μια αυτοαναφορική, για το έργο του Σιάμαλαν, αποκάλυψη, αλλά η σεναριακή πρωτοτυπία της ταινίας απέχει πολύ από μια «Εκτη Αίσθηση».

ODEON STARCITY, ODEON ESCAPE ΙΛΙΟΝ, VILLAGE MALL, VILLAGE PARK ΡΕΝΤΗ, VILLAGE ΦΑΛΗΡΟ, VILLAGE ΠΑΓΚΡΑΤΙ, VILLAGE ΑΓ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ, ΑΕΛΛΩ CINEMAX, ΑΘΗΝΑΙΟΝ ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ, ΑΘΗΝΑΙΟΝ CINEPOLIS ΓΛΥΦΑΔΑ, ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΚΑΛΛΙΘΕΑ, ΑΝΟΙΞΗ ΧΑΪΔΑΡΙ, ΒΑΡΚΙΖΑ, ΛΑΜΠΡΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ ΑΙΓΑΛΕΩ, ΝΑΝΑ CINEMAX, ΣΠΟΡΤΙΝΓΚ Ν. ΣΜΥΡΝΗ, 3 ΑΣΤΕΡΙΑ Ν. ΗΡΑΚΛΕΙΟ

Σιωπηλός μάρτυρας

Tου Δημήτρη Κουτσιαμπασάκου. Για επιλεγμένες προβολές στον κινηματογράφο «Δαναό», το νέο ντοκιμαντέρ του δημιουργού του «Ο Ηρακλής, ο Αχελώος και η γιαγιά μου» ή του πρόσφατου κι υπέροχου «Μανάβη». Η ταινία καταγράφει, μέσα από επτά πρόσωπα που μοιράζονται τις αναμνήσεις τους, την ιστορία της Φυλακής Τρικάλων, χτισμένης ανάμεσα στο Τζαμί του Οσμάν και τον Αγιο Κωνσταντίνο.

Καθώς τα βιώματα πολιτικών κρατουμένων ή ποινικών κρατουμένων ή διοικητών ή δασκάλων της φυλακής αποτυπώνουν μια εικόνα της Ελλάδας περασμένων δεκαετιών ή ένα σχόλιο στο σωφρονιστικό σύστημα, το ίδιο το κτίριο της φυλακής μοιάζει να θέλει ν’ αποκαλύψει τα δικά του μυστικά που μόνο εκείνο γνωρίζει.

Οπως πάντα στη δουλειά του Κουτσιαμπασάκου, μια ταινία ευαίσθητη και ανθρωποκεντρική που, ταυτόχρονα, προβάλλει στο κουφάρι του κτιρίου των παλιών φυλακών, τη δομή, τα λάθη, τα στερεότυπα και την αρχαιολατρία της νεότερης Ελλάδας.