Είχε μια απίστευτη, καθηλωτική αρρενωπότητα, θα μπορούσε με τέτοιο πρόσωπο και κορμί να κάνει στο Χόλιγουντ την πιο τέλεια καριέρα σούπερ αρσενικών ηρώων. Δεν το ’κανε, και, μάλιστα, όταν πάνω στο απόγειο της δόξας του, το 1956, υποδύθηκε τον βασανισμένο, εύθραυστο, «τρελό» Βαν Γκογκ στο «Lust for Life» («H ζωή ενός ανθρώπου») του Βισέντε Μινέλι, κερδίζοντας και υποψηφιότητα για Οσκαρ, ο ορκισμένος «macho» Τζον Γουέιν τον έψεξε δημόσια! «Πρέπει να παίζουμε σκληρούς, δυνατούς χαρακτήρες, όχι αυτές τις αδύναμες αδελφές».
Ο Κερκ Ντάγκλας, όμως, αυτός ο τελευταίος κολοσσός της χρυσής εποχής του Χόλιγουντ, που πέθανε χθες σε ηλικία 103 χρόνων, τη δύναμη και το ανάστημά του ήξερε να το σηκώνει, εντός και εκτός οθόνης, για τα μεγάλα και τα ουσιαστικά. Για σπουδαίες ταινίες και σκοπούς. Μέχρι τέλους. Ισως γιατί ποτέ δεν ξέχασε ότι ήταν γιος Ρωσοεβραίου φτωχού μετανάστη, που πούλαγε παλιά ρούχα, ότι γεννήθηκε το 1916 στη Νέα Υόρκη με το όνομα Ισούρ Ντανιέλοβιτς και, όπως έγραψε και στην αυτοβιογραφία του «The Ragman’ s Son», σε όλη τη διάρκεια της καριέρας του, για την οποία άλλαξε άλλωστε το όνομά του, ένιωθε συνεχώς γύρω του τον αντισημιτισμό.
Ο Ντάγκλας ήταν αυτός που, αψηφώντας τη Μαύρη Λίστα του Μακάρθι, ανέθεσε, το 1960, στον κυνηγημένο σπουδαίο σεναριογράφο Ντάλτον Τράμπο, που αναγκαζόταν να δουλεύει με ψεύτικα ονόματα, το σενάριο του «Σπάρτακου» και, παραγωγός, μάλιστα, της ταινίας, ανέβασε το όνομα του Τράμπο φαρδύ-πλατύ στους τίτλους, μια αδιανόητη πράξη στους σκοτεινούς εκείνους καιρούς. Για την ίδια, θρυλική ταινία, προσέλαβε και ως σκηνοθέτη τον Στάνλεϊ Κιούμπρικ, αφού απέλυσε ύστερα από δύο εβδομάδες γυρισμάτων τον Αντονι Μαν, άλλη καθοριστική ενέργεια για την καριέρα του και ενδεικτική της καλλιτεχνικής του διορατικότητας.
«Στις ταινίες τα βάζαμε με τους κακούς, διεκδικώντας δικαιοσύνη. Στην πραγματική ζωή, όμως, οι επιλογές μας δεν ήταν το ίδιο εύκολες», έχει γράψει. «Ζώντας την εποχή της Μαύρης Λίστας, εποχή φόβου και παράνοιας, θυμάμαι τους φίλους μου που διώχτηκαν, εξορίστηκαν, έχασαν τις δουλειές τους, αυτοκτόνησαν όταν όλοι τους γύριζαν την πλάτη. Εκανα 85 ταινίες, αλλά εκείνο για το οποίο είμαι πραγματικά περήφανος είναι η στιγμή που έσπασα τη Μαύρη Λίστα. Οταν αποφάσισα να συνεργαστώ με τον Ντάλτον Τράμπο, δέχτηκα απίστευτες απειλές, ότι θα είναι το τέλος της καριέρας μου, ότι θα μπω κι εγώ στη λίστα των φίλων του κομμουνισμού. Δεκαετίες μετά, νιώθω ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται. Είναι στο χέρι μας εποχές σαν αυτή της Μαύρης Λίστας να μη συμβούν ποτέ ξανά».
Και δεν σταμάτησε ποτέ, ακόμα και σε βαθιά γεράματα, να αντιδρά στη βαρβαρότητα. Μεγάλη αίσθηση είχε προκαλέσει το κάλεσμα στους συμπατριώτες του να σταματήσουν την εκλογή του Τραμπ, με ένα περίφημο κείμενο, στο οποία δεν αναφερόταν καν το όνομα του υποψήφιου τότε προέδρου, αλλά τον συνέκρινε με τον… Χίτλερ. «Ημουνα 16 χρόνων όταν ο άνθρωπος που ξεκίνησε τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ανέλαβε την εξουσία στη Γερμανία υποσχόμενος ότι θα την επαναφέρει στην παλιά της δόξα. Πριν εκλεγεί, τον περιγελούσαν, δεν τον έπαιρναν στα σοβαρά. Τον έβλεπαν σαν έναν καραγκιόζη, που ήταν αδύνατον να εξαπατήσει με την εθνικιστική ρητορική μίσους έναν μορφωμένο, πολιτισμένο λαό. Εχω ζήσει μια μακριά, καλή ζωή. Δεν θα είμαι εδώ για να δω τις συνέπειες του κακού που ριζώνει στη χώρα μας. Αλλά θα είναι τα παιδιά σας και τα παιδιά μου. Και τα παιδιά τους. Και τα παιδιά των παιδιών μας».
Το πιο διάσημο από τα τρία παιδιά του, ο Μάικλ Ντάγκλας, με αυτό ακριβώς το πνεύμα ανακοίνωσε τον θάνατό του, δίνοντας έμφαση, όχι μόνο στο ότι ο πατέρας του υπήρξε «ένας μύθος, ένας ηθοποιός από τη χρυσή εποχή του κινηματογράφου που έζησε μέχρι τα δικά του χρυσά χρόνια», αλλά και στον «ανθρωπιστή, η αφοσίωση του οποίου στη δικαιοσύνη έθεσε σε όλους μας ένα πρότυπο».
Ο Κερκ Ντάγκλας ξεκίνησε την καριέρα του από τις σκηνές του Μπρόντγουεϊ, αλλά γρήγορα μεταπήδησε στο σινεμά και έγινε όνομα με την ταινία «Champion» (1949), του Μαρκ Ρόμπσον, από την οποία μάλιστα τα στούντιο τον απέτρεπαν έντονα, αλλά επικράτησε το δικό του, ισχυρό ένστικτο και πείσμα. Η ταινία ανήκει στις αγαπημένες του Σκορσέζε και επηρέασε εμφανώς το «Οργισμένο είδωλό» του. Ο ρόλος του παθιασμένου μποξέρ Μιτζ Κέλι χάρισε στον Ντάγκλας την πρώτη από τις τρεις συνολικά υποψηφιότητές του για Οσκαρ, που δεν το πήρε, όμως, ποτέ, παρά μόνο ένα Τιμητικό που του απονεμήθηκε το 1995.
Πολλές και σημαντικές οι ταινίες και ερμηνείες του, για τις οποίες δεν είχε όρια. Επαιζε σκληρούς και ευαίσθητους χαρακτήρες, κακούργους και καλούς. Ηταν ο Τζιμ στον «Γυάλινο κόσμο» του Ιρβινγκ Ρέιπερ (1950), πρώτη φορά που θεατρικό του Τενεσί Ουίλιαμς μεταφέρθηκε στην οθόνη. Ο βίαιος, εκδικητικός ντετέκτιβ ΜακΛέοντ στο «Detective story» (1951) του Γουίλιαμ Γουάιλερ. Ο διεφθαρμένος, χωρίς φραγμούς δημοσιογράφος Τσακ Τέιτουμ στο «Ace in the hole» (Τελευταίο ατού, 1951) του μεγάλου Μπίλι Γουάιλντερ, και ο διαβολικός παραγωγός Τζόναθαν Σόλντς στο «Η ωραία και το κτήνος» (1952) του Βισέντε Μινέλι -τρίτη υποψηφιότητά του για Οσκαρ. Ηταν και ο «Οδυσσέας» στο ομωνυμο peplum του Μάριο Καμερίνι (1954), με Πηνελόπη τη Σιλβάνα Μάνγκανο.
Αλλά, φυσικά, ήταν σχεδόν μοιραίο η μεγαλύτερη ερμηνεία της καριέρας του, η πιο λαμπρή του στιγμή, να γεννήθηκε στο αντιπολεμικό αριστούργημα του Στάνλεϊ Κιούμπρικ «Σταυροί στο μέτωπο» (1957), εκεί όπου με τον ρόλο του Γάλλου συνταγματάρχη Νταξ στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο αναδεικνύεται κι αυτός σε σύμβολο τόλμης και ακεραιότητας: «Ο πατριωτισμός είναι το τελευταίο καταφύγιο των καθαρμάτων», λέει, όταν υπερασπίζεται σε στρατοδικείο τους στρατιώτες του, που έχουν αρνηθεί να πάρουν μέρος σε επίθεση, αυτοκτονική και μάταιη.
Το 1962, στο επίσης αριστουργηματικό «Lonely are the brave» του Ντέιβιντ Μίλερ, σε σενάριο του Ντάλτον Τράμπο έδωσε για κάποιους μια ισοδύναμη ερμηνεία, στον ρόλο του μοναχικού και αμετανόητου καουμπόι Τζακ Μπερνς, που αρνείται να αποδεχθεί και να καταλάβει τον σύγχρονο κόσμο.
Η καριέρα του κράτησε πολλά χρόνια. Με τα πάνω και τα κάτω της. Μην τον ξεχνάμε το 1969 στον σχεδόν αυτοβιογραφικό «Συμβιβασμό» του Ηλία Καζάν, να παίζει ένα τραγικό πρόσωπο, τον επιτυχημένο Ελληνοαμερικανό διαφημιστή που αναγκάζεται να επανεξετάσει όλη τη ζωή και τις αξίες του (ανάμεσα στη σύζυγό του Ντέμπορα Κερ και την ερωμένη του Φέι Ντάναγουεϊ).
Εναν μόνο ρόλο δεν κατάφερε να παίξει στο σινεμά κι ας πάσχισε τρελά, τον ανατρεπτικό ΜακΜέρφι στη «Φωλιά του κούκου», παρ’ όλο που είχε αγοράσει τα δικαιώματα του μυθιστορήματος του Κεν Κέισι και τον είχε ερμηνεύσει στη θεατρική σκηνή. Οταν τελικά γυρίστηκε η ταινία από τον Μίλος Φόρμαν, το 1975, με παραγωγό, μάλιστα, τον γιο του Μάικλ, η απόφαση ήταν σκληρή: επιλέχτηκε ο νεότερος Τζακ Νίκολσον.
