Σαν να ζεις, έτσι ξαφνικά, σε μια σκοτεινή κινηματογραφική αίθουσα και σε ελληνική ταινία, τα κεντροευρωπαϊκά παραμύθια που σε τρομοκρατούσαν στα παιδικά σου χρόνια, εκείνο κυρίως με τον Χάνσελ και την Γκρέτελ που χάνονται σε ένα δάσος, βρίσκουν ένα καλυβάκι και τα χώνει η μάγισσα στον φούρνο ή κάπως έτσι.
Ο Βαρδής Μαρινάκης στη νέα του ταινία, «Ζίζοτεκ», που προβάλλεται στο «Τριανόν», ξαναβρίσκει τον αινιγματικό, σκοτεινό, αλλά στο βάθος τόσο τρυφερό και γεμάτο πίστη στον άνθρωπο κόσμο του.
Η ιστορία που διηγείται ξεκινάει με έναν αρχετυπικό παιδικό φόβο. Μια μαμά εγκαταλείπει το παιδάκι της στην ερημιά, ψηλά στα σύνορα. «Η ιδέα γεννήθηκε από ένα όνειρο που είδα πριν δέκα χρόνια», παραδέχεται. «Ενα παιδάκι, μόνο του, έτρεχε σε ένα χιονισμένο δάσος με μύτη ματωμένη, έφτανε στο σπιτάκι ενός ξυλοκόπου, έπεφτε στην αγκαλιά του και λιποθυμούσε».

Ας μην κάνουμε ψυχαναλυτικές ερμηνείες, αν και ο σκηνοθέτης δεν έχει τέτοια ταμπού, αυτό το παιδί θα μπορούσε να ήταν κι αυτός, παρά τα ευτυχισμένα παιδικά του χρόνια. «Μεγάλωσα με μια κανονική οικογένεια», λέει, «με αδέλφια και αγάπη. Ισως, όμως, κάπου στον δρόμο πιέστηκα, προσπαθώντας να ικανοποιώ τους δικούς μου. Ισως κάπου έχασα ένα κομμάτι του εαυτού μου».
Σημασία έχει ότι το όνειρο τον τάραξε τόσο που άρχισε να το ψάχνει. Να δημιουργεί μια δικιά του ιστορία, ένα σενάριο. «Ποιο ήταν αυτό το παιδί; Γιατί το εγκατέλειψαν; Ποια ήταν η σχέση του με τον άνδρα της καλύβας; Αυτό το τελευταίο στοιχείο ήταν και το πιο δύσκολο στην ανάπτυξή του», λέει. Γιατί στην ταινία του ο εγκαταλελειμμένος μικρός δεν πέφτει ακριβώς στην αγκαλιά του αγροίκου, απομονωμένου, παράξενου και αμίλητου άνδρα, του Μηνά, που ζει ολομόναχος στις ερημιές ασχολούμενος με ύποπτες δουλειές. Είναι δύσκολη η επικοινωνία μεταξύ τους. Αλλά ο Μαρινάκης είναι πάλι στο στοιχείο του. Τον τραβάνε οι δύσκολες συναντήσεις ανθρώπων διαφορετικών, που κρύβουν αναπάντεχες εξελίξεις. Στην πολυσυζητημένη ταινία του «Μαύρο Λιβάδι» (2009), στην Ελλάδα του 1654, ένας έρωτας γεννιόταν ανάμεσα σε τραυματισμένο γενίτσαρο και μια μοναχή που όμως έκρυβε ένα μυστικό, ήταν μεταμφιεσμένο αγόρι. Στο «Ζίζοτεκ», πάλι, όπως λέει ο σκηνοθέτης, ο «άγριος» αυτός άνδρας, που ερμηνεύει ιδανικά ο ηθοποιός και θεατρικός σκηνοθέτης Δημήτρης Ξανθόπουλος, «γίνεται ο θετός πατέρας του παιδιού. Εχει ανάγκη το παιδί, όπως και το παιδί εκείνον. Ξυπνάνε μέσα του αισθήματα που τα έχει θάψει, το τείχος που έχει κτίσει γύρω του έχει ρωγμές και σπάει».
Η τρυφερή, απόλυτη και τόσο καλογραμμένη σχέση του μοναχικού Μηνά με τον μικρό (τον παίζει ο Αύγουστος Λάμπρου-Νεγρεπόντης) είναι το αντίβαρο της σχέσης με τη μαμά του. Ποια μαμά εγκαταλείπει το παιδί της στο δάσος; Η ταινία αφήνει αναπάντητα διάφορα ερωτήματα, αλλά δεν πειράζει. «Θα χρειαζόταν μια ολόκληρη ταινία για να αναλυθεί αυτή η γυναίκα, που αγαπάει το παιδί της κι έχει μαζί του μια τρυφερή σχέση, αλλά διαλέγει να το εγκαταλείψει», απαντάει ο σκηνοθέτης. «Προτίμησα να δώσω ελάχιστες νύξεις και να ξεκινήσω την ταινία με το σοκ της εγκατάλειψης».
Είναι μια πολύ δυνατή κινηματογραφική αρχή. Σε μια ταινία με φαντασία και σιγουριά μαζί, οι σκηνές που οδηγούν στην εγκατάλειψη του παιδιού είναι εντυπωσιακές. Η μαμά το οδηγεί σε ένα πανηγύρι, στα βόρεια σύνορα. «Αλλη παλιά μου εμμονή», εξηγεί ο σκηνοθέτης. «Οταν ζούσα στην Αγγλία εντυπωσιαζόμουν από τον τρόπο που σε αυτή τη βροχερή, κρύα χώρα οι άνθρωποι πανηγύριζαν, γιόρταζαν τον ήλιο. Εβγαιναν στα πάρκα, ξάπλωναν στο γρασίδι. Και μια φορά σκέφτηκα: πώς θα ’ταν αν ξαφνικά όλα αυτά τα αμέριμνα, χαρούμενα πλήθη εξαφανίζονταν, τα πάρκα άδειαζαν και στο κέντρο τους στεκόταν ένα ολομόναχο, ξεχασμένο παιδάκι;».
Ετσι και στην ταινία του. «Ηθελα η μητέρα να δημιουργήσει μια ολόκληρη τελετή παράδοσης του παιδιού της στο άγνωστο», λέει. «Φοράνε τα καλά τους, ταξιδεύουν σ’ αυτό τον πανέμορφο, μαγικό τόπο έξω από την Ξάνθη, βγάζουν φωτογραφίες, αυτή χορεύει σε μια σκηνή κανονικής έκστασης». Εξαιρετική και η επιλογή της πανέμορφης, σκοτεινής Πηνελόπης Τσιλίκα, που πρωτογνωρίσαμε στη «Μικρά Αγγλία». Δεν υπάρχει, όμως, ίχνος καταδίκης της μητέρας. «Ισως να είχα φανταστεί μικρός ότι η μαμά μου, κουρασμένη από τα βάρη, ενδόμυχα μέσα της σκεφτόταν να φύγει, να απελευθερωθεί. Μπορεί, ακόμα και σαν παιδί, να καταλάβαινα ότι μια τέτοια πράξη θα είχε μέσα της χαρά και γιορτή», λέει οι Βαρδής Μαρινάκης.
Το τέλος της ταινίας να μην το αποκαλύψουμε. Κάπου, τελοσπάντων, η κοινή διαδρομή του μικρού αγοριού με τον Μηνά, όλο αυτό το δέσιμο και η εξάρτηση του ενός από τον άλλο, θα τελειώσει. Γιατί όχι ένα «καλό τέλος»; «Οταν έγραφα το σενάριο, όντας πολύ μέσα στο μικρό αγόρι, ένιωθα ότι το τέλος της ταινίας είναι καλό. Τώρα σκέφτομαι ότι είναι, ίσως, οριακό. Εχει, όμως, μέσα του μια ελπίδα, ένα κλείσιμο ματιού. Ας το εκλάβει ο θεατής ως ένα ακόμα στοιχείο της φαντασίας μου».
