Σε ένα σπιτάκι στα περίχωρα του Σικάγου ζει μια περίεργη οικογένεια. Τέσσερις γκέι άνδρες μιας κάποιας ηλικίας, από 60 μέχρι 70, μοιράζονται μια ήρεμη ζωή. Μόνο που οι δύο από αυτούς, ο Πάτρικ και ο Γκάι, όταν γυρνάνε από τη δουλειά, γδύνονται, φοράνε κολάρο στον λαιμό, φυλάνε τα πόδια του Τζακ και στρώνονται στη φασίνα και στην κουζίνα. Και το βράδυ, ο Τζακ, ο άρχων του σπιτιού, ένας ακτιβιστής-συγγραφέας ειδικός σε θέματα σαδομαζοχισμού, τους καλεί εκ περιτροπής στο κρεβάτι του για σεξ, kinky και φετιχιστικό, με μαστίγια και λοιπά παραφερνάλια. Δεν μπορούν να αρνηθούν.
Ο Τζακ είναι ο «αφέντης». Ο Πάτρικ και ο Γκάι, οι «σκλάβοι». Με συμβόλαιο που ανανεώνεται κάθε χρόνο. Μέχρι και τα λεφτά από τη δουλειά τους, αν και όχι όλα, του παραδίδουν. Υπάρχει κι ένας τέταρτος, ο Λιν, πρώην διευθυντής ορχήστρας και παλιός «αφέντης» του σημερινού «αφέντη». Μπερδευτήκατε; Ευτυχώς, για ένα μεγάλο διάστημα υπήρχε κι ένας πέμπτος ένοικος στο σπιτικό τους με μια κάμερα στα χέρια, ο έμπειρος ντοκιμαντερίστας Παναγιώτης Ευαγγελίδης, που φροντίζει με τη νέα του ταινία, το «Irving Park», να ρίξει φως στα δύο παράξενα ζευγάρια, σε «αφέντες» και «σκλάβους». Και ενώ ξεκινάει σοκάροντάς μας -δεν είναι καθόλου εύκολο το θέαμα ενός ανθρώπου με κολάρο-, καταλήγει να μας πείσει, να μας αγγίξει. Γιατί η ιστορία του έχει τρυφερότητα, αγάπη, πόνο, φόβο. Μιλάει για σχέσεις, αλλά και για τον χρόνο που περνάει.

Με το «Irving Park» ξεκινάει την Πέμπτη, στις 10 μ.μ., στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος, το 12ο Outview Film Festival (11-17 Απριλίου), το πάντα ανήσυχο και πλούσιο δικό μας ΛΟΑΤΚΙ+ φεστιβάλ, που φέτος έχει κεντρικό μήνυμα το παλιό, καλό φεμινιστικό σύνθημα, «Το Προσωπικό είναι Πολιτικό».
«Το ντοκιμαντέρ αυτό οριοθετεί μια καινούργια φάση στη δουλειά μου», μας λέει ο σκηνοθέτης. «Πρώτη φορά είχα παραπάνω από ένα-δύο πρόσωπα και το υλικό που τράβηξα φτάνει για σειρά δέκα επεισοδίων. Η Αρασέλη Λαιμού, που κάνει το μοντάζ σε όλες μου τις ταινίες, συνήθως πριν στρωθεί στη δουλειά, μου λέει: ‘‘Πες μου με πέντε φράσεις πώς ονειρεύεσαι την τελική ταινία’’. Εδώ της απάντησα: ‘‘Θέλω να είναι σαν ένα αγγλικό μυθιστόρημα του 19ου αιώνα’’. Και της έδωσα κι ένα hint, για μένα εντελώς προφανές κι ας μην το καταλάβει άλλος κανείς. Ο Τζακ και ο Πάτρικ είναι ο Δον Κιχώτης και ο Σάντσο Πάντσα – ακόμα και στην όψη, ο ένας μακρόστενος, ο άλλος κοντούλης και χοντρούλης. Ο Τζακ είναι ο ρομαντικός που ασχολείται με πύργους και ιδέες, ο Πάτρικ κάνει όλα τα πρακτικά».
• Το θέμα σας δεν είναι περιχαρακωμένο, το ντοκιμαντέρ εξελίσσεται, έχει ανατροπές, αποκαλύψεις.
Μα εγώ προέρχομαι από τη λογοτεχνία. Μετά πήγα στο σενάριο (με τον Κούτρα στη «Στρέλλα») και μετά κατάλαβα πως κάποια από αυτά που ήθελα να κάνω θα ήταν πιο ολοκληρωμένα ως ντοκιμαντέρ. Θέλω, λοιπόν, παράλληλα με τα ανθρώπινα πορτρέτα, να κάνω και μια δουλειά πάνω στο ίδιο το ντοκιμαντέρ. Ετσι, το πηγαίνω πάντα προς τη μυθοπλασία, με υλικό, όμως, που μου έχουν δώσει πραγματικοί άνθρωποι. Και σίγουρα, ηθελημένα ή αθέλητα, μιλάω και για τον εαυτό μου. Ο τρόπος που επιλέγεις να δείχνεις τη ζωή των άλλων έχει να κάνει με σένα.
• Είχατε ξανακούσει κάτι ανάλογο για σχέσεις «κυρίων» και «σκλάβων», επίσημες, με συμβόλαια, τζίφρες και τελετουργικό;
Ηξερα ότι υπάρχει ο σαδομαζοχισμός, αυτό από την εποχή του Σαντ και του Μαζόχ. Και όχι μόνο στις ομοφυλοφιλικές, αλλά και στις ετεροφυλοφιλικες σχέσεις με γυναίκες dominatrix, με leather και μαστίγια.

Ηταν, όμως, η πρώτη φορά, που έβλεπα κάτι τέτοιο να λειτουργεί μέσα σε ένα κανονικό νοικοκυριό. Οταν είπα στον Τζακ, «πολύ ευχαρίστως θα έκανα το πορτρέτο του σπιτιού σας, αλλά θέλω να δώσουν και οι υπόλοιποι τρεις την έγκρισή τους», μου απάντησε: «Α, μα εγώ είμαι ο αφέντης, θα τη δώσουν…». Φυσικά, είπαν όλοι «ναι».
Μαντέψτε, όμως, ποιος ήταν ο πιο δύσκολος; Ο Πάτρικ, ο «σκλάβος». Είναι αυτό που λέει ο Μαζόχ, ότι ο μαζοχιστής, ο σκλάβος, είναι ο κυρίαρχος του παιχνιδιού. Ο Πάτρικ δεν είναι μόνο στην κουζίνα, επηρεάζει όλες τις αποφάσεις. Η γυναίκα δεν είναι αυτή που πολλές φορές διευθύνει με έναν μυστικό, υπόγειο τρόπο τα του σπιτιού;
• Αν βλέπαμε ένα ανάλογο ντοκιμαντέρ με γυναίκες «σκλάβες» και άντρες «αφέντες», έξαλλες θα γινόμασταν.
Επανάσταση θα γινόταν. Αυτό είναι και το μεγάλο ενδιαφέρον της ταινίας. Σήμερα, που ο φεμινισμός και τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι συνεχώς στο προσκήνιο, σήμερα που διυλίζουμε τον κώνωπα και καλά κάνουμε, δείχνει ότι υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που συναινούν να χάσουν την ελευθερία τους. Λέει κάποια στιγμή ο Πάτρικ: «Μου πρότεινε ο Τζακ να πάψω να είμαι σκλάβος, να γίνουμε εραστές. Τι να το κάνω; Θα ήταν ένας λόγος για να σηκωθώ να φύγω».
• Είναι εντυπωσιακό, ο Τζακ, που αναφέρεται στους «σκλάβους» του με ορολογία σχεδόν ναζιστική, δεν έχει πάνω του ίχνος βίας.
Είδατε; Η ολοκληρωτική ανατροπή του στερεότυπου. Επικρατεί ηρεμία, τρυφερότητα, φωνή δεν υψώνεται, η βία και οι καβγάδες του ζευγαριού απουσιάζουν. Γιατί σε όλους αρέσει αυτό που κάνουν, όλοι έχουν διαλέξει τον ρόλο τους έτσι ακριβώς όπως τον θέλουν. Κι όταν δεν τους αρέσει, σηκώνονται και φεύγουν.
• Σας ενδιέφερε να καταλάβετε γιατί ένας άνθρωπος να θέλει να είναι σκλάβος;
Οπως εσάς μπορεί να σας αρέσουν οι… ξανθοί 45άρηδες που μιλάνε με σοβαρότητα και είναι καλοί στη δουλειά τους.
• Καμία σχέση. Εδώ μιλάμε για υποταγή, πλήρη παράδοση και ακραία προσφορά υπηρεσιών.
Χίλια δυο μπορεί να συμβαίνουν. Ο Πάτρικ δίνει κάποια στοιχεία από την παιδική του ηλικία, που τον είχαν όλοι φτυσμένο. Και μην ξεχνάτε ότι πριν γίνει «σκλάβος» πέρασε από τον θρησκευτικό κλάδο, γιατί είχε ανάγκη να φροντίζει τους άλλους. Συνδυάζοντας την ανάγκη του για προσφορά με τη σεξουαλική του έκφραση, βρήκε την ιδανική συνθήκη στο να γίνει «σκλάβος». Αν και θα μπορούσε, ίσως, να υπάρξει μια άλλη λέξη…
• Οι ερωτικές σκηνές δεν είναι μόνο kinky, βγάζουν μια μεγάλη τρυφερότητα, είναι από τις ωραιότερες του ντοκιμαντέρ.
Δεν φανταζόμουν ότι θα με έβαζαν στην κρεβατοκάμαρα. «Σ’ αυτό το σπίτι ο Μαξ, ο σκύλος μας, είναι ο αυτοκράτορας, εγώ ο βασιλιάς κι εσύ ο θεός, κάνεις ό,τι θες», μου είπε ο Τζακ. Είναι υπέροχα αυτά τα ώριμα σώματα που αγκαλιάζονται. Να κάτι ακόμα που με τράβηξε στο θέμα, το ότι είναι μεγάλοι στην ηλικία άνθρωποι, δεν είναι τέσσερις νέοι με ωραίους κώλους. Οταν τους κινηματογραφούσα στη διάρκεια του σεξ ένιωθα αγαλλίαση.
Ολοι μας, άλλωστε, από το ίδιο ανθρώπινο υλικό είμαστε πλασμένοι, θέλουμε να αγαπήσουμε και να μας αγαπήσουν. Οι τέσσερις αυτοί άνθρωποι αναφέρονται στη σχέση τους με τη λέξη «οικογένεια». Και ένας από τους τίτλους που πρότειναν για το ντοκιμαντέρ ήταν «Family» (όπως και «Consent»-συναίνεση). Δεν τους δέχτηκα, θα πρόδιδα τη στάση μου απέναντι στην ταινία, ήταν μια ιστορία και όχι ένα δοκίμιο.
• Η κατάληξη του ντοκιμαντέρ με έναν γάμο δεν είναι σαν να αναιρεί το μοντέλο σχέσης «αφέντης και σκλάβος»;
Δεν κάνω μια ταινία πάνω στον σαδομαζοχισμό, αφηγούμαι μια ιστορία συγκεκριμένων ατόμων. Αρα, το τέλος ούτε αναιρεί ούτε επιβεβαιώνει κανένα μοντέλο. Είναι απλώς αυτό που επέλεξαν οι ίδιοι. Είναι ηλικιωμένοι, άρρωστοι, θέλουν να μαζευτούν, να λύσουν οικονομικά και νομικά προβλήματα.
Ολες οι ανθρώπινες σχέσεις το ίδιο μπάχαλο είναι. Ο Τζακ είναι ρομαντικός και συναισθηματικός, θέλει να παντρευτεί, ίσως γιατί κουβαλάει την ενοχή ότι χάλασε τον γάμο του και παραλίγο να χάσει τις κόρες του. Και ο Πάτρικ υποχωρεί παρ’ όλο που δεν του καίγεται καρφί για γάμο. Η ευτυχία του είναι, όπως λέει, να πλένει πιάτα, να υπηρετεί, τα βράδια να ρίχνει πασιέντζες και το πρωί να πηγαίνει στη δουλειά.
