Θα τον έλεγα «ιστορικό πρόσωπο» του ελληνικού κινηματογράφου αν ο Τώνης Λυκουρέσης δεν ήταν αυτό το αξιαγάπητο, γεμάτο ζωντάνια και πνεύμα πλάσμα. Αν δεν ήξερε να μηδενίζει με άνεση τα σαράντα ένα χρόνια του στον χώρο, από τη θρυλική «Χρυσομαλλούσα» του 1978 και να γυρίζει δέκα χρόνια μετά τους επιβλητικούς, δραματικούς «Σκλάβους στα δεσμά τους», βασισμένους σε μυθιστόρημα του Κωνσταντίνου Θεοτόκη, μια ταινία μέσα… σε ένα ασανσέρ – άντε πέντε. Μια σύγχρονη, προσωπική, τολμηρή και δύσκολη κατασκευαστικά ταινία, την «Επαφή» (προβάλλεται στο «Τριανόν»), που αφηγείται πέντε διαφορετικές ιστορίες εγκλεισμού σε ασανσέρ.
Μετανάστες (ελληνοποιημένοι και μη). Ακτιβιστές σε δράσεις εικαστικές. Μια μητέρα εξεγερμένη, έτοιμη να αποδράσει. Νεαρό ερωτευμένο ζευγάρι. Κι ένας sui generis τραυματιοφορέας. Θα μπορούσαμε να είμαστε κι εμείς, κλεισμένοι ο καθένας στο κλουβί μας.
• Κάνατε μια μεγάλη στροφή μετά τους «Σκλάβους».
Πάντα δουλεύω πάνω σε έναν ρεαλιστικό σεναριακό καμβά, αλλά με ποιητικές και προσωπικές παρεμβάσεις. Ακόμα και στους «Σκλάβους στα δεσμά τους», που ήταν ταινία εποχής, υπήρχε η ματιά μου πάνω στην κοινωνία των προγόνων μου, στο επτανησιακό φως, σε ένα ιδιαίτερο επτανησιακό συναίσθημα.
Ακριβώς ύστερα από αυτή τη μεγάλη περιπέτεια αισθάνθηκα ότι είχα ανάγκη να ασχοληθώ με ένα πιο προσωπικό περιβάλλον, να σχολιάσω μια κοινωνία γύρω μου που αισθανόμουν ότι είχε μπει -και ακόμα βρίσκεται- σε μια κρίση, περισσότερο κοινωνική από οικονομική. Να κοιτάξω θέματα που έχουν να κάνουν με τον πολιτισμό της καθημερινότητας, την επαφή μεταξύ μας, την αλληλοσυμπαράσταση, όλα αυτά, δηλαδή, που έβλεπα, αν όχι να καταρρέουν, αλλά να διαλύονται, να χάνονται.
• Και πώς προέκυψε το θέμα του εγκλεισμού σε ασανσέρ;
«Ποιο είναι το αντίβαρο του ανοιχτού τοπίου των προηγούμενων ταινιών μου;», σκέφτηκα. «Υπάρχει κάτι πιο κλειστό από τα δύο τετραγωνικά μέτρα ενός ασανσέρ;». Ξεκίνησα το σενάριο με μία μόνο ιστορία εγκλεισμού. Αλλά μετά σκέφτηκα ότι η ζωή μέσα σε ένα ασανσέρ αποκτάει δυναμική μόνον όταν συνδυάζεται με ένα έκτακτο γεγονός και διάλεξα το μπλακάουτ. Ετσι διαμορφώθηκε το σεναριακό τοπίο, ενώ γρήγορα οι ιστορίες έγιναν πέντε.
• Σε τι βοηθούσαν οι ιστορίες εγκλεισμού τη διάθεσή σας να μιλήσετε για την κοινωνία γύρω σας, αλλά και για σας τον ίδιο;
Ηταν κάτι που κι εγώ έπρεπε να το ψάξω. Εκανα, λοιπόν, ένα προσωπικό πείραμα. Κλείστηκα μια νύχτα, που είχε ερημώσει η πολυκατοικία μου, στο ασανσέρ κρατώντας και σημειώσεις. Ηθελα να ελέγξω πόσο μπορώ να αντέξω. Αντεξα περίπου δύο ώρες. Σταδιακά άρχισα να χάνω την καθαρότητα της σκέψης μου, της γραφής μου. Αρχισε να με επηρεάζει ο εγκλεισμός. Και είπα, λοιπόν Λυκουρέση, οι ιστορίες με τους έγκλειστους σε ασανσέρ είναι μια πολύ καλή πλατφόρμα όχι μόνο για να ψυχαναλύσεις τους ήρωές σου, αλλά και για να τους δώσεις το άλλοθι να αναδείξουν όλα τα συγκρουσιακά τους συναισθήματα, όποια βία ή φοβία εμπεριέχεται μέσα μας και την κρατάμε μονίμως λογοκριμένη. Γιατί κι εγώ, αν δεν είχα τη δυνατότητα να πατήσω το κουμπί να βγω, θα άρχιζα να βαράω δεξιά-αριστερά τους τοίχους και το κεφάλι μου.
• Πώς διαλέξατε τις λίγες, ιδιαίτερες ιστορίες και τα πρόσωπά τους; Είναι και δικά σας βιώματα;
Βγήκαν όλες από τη φαντασία τη δική μου και των συν-σεναριογράφων μου, του Δημήτρη Εμμανουηλίδη και της Δομνίκης Μητροπούλου. Γράψαμε, όμως, ιστορίες συνθέτοντας και πολύ οικεία πράγματα και βιώματα. Ολοι έχουμε στις γειτονιές μας, στις πολυκατοικίες μας, ανθρώπους υπό πίεση, μετανάστες, ακόμα και καλλιτέχνες που ξαφνικά νομίζουν ότι καταστρέφοντας ή «παρεμβαίνοντας» σε έργα τέχνης και τοίχους κάτι θα αλλάξει, αλλά παγιδεύονται στην «πράξη για την πράξη» – αλλού παίζονται τα παιχνίδια και όχι στις ακτιβιστικές αυτόνομες δράσεις.
• Και η ιστορία με τον τραυματιοφορέα και το πτώμα, μια από τις καλύτερες – χάρη και στον Χρήστο Λούλη;
Α, ήταν μια παλιά μου εκκρεμότητα. Εχοντας όπως όλοι μας μπει σε νοσοκομειακά ασανσέρ, η εικόνα των φορείων και των φαινομενικά αδιάφορων τραυματιοφορέων πάντα μου δημιουργούσε τη σκέψη: κι αν γίνει μια στραβή και κλειστούμε μέσα δω όλοι μαζί; Λίγο σαν μαύρο χιούμορ… Είναι και μια πολύ καινούργια κινηματογραφική εικόνα για τον Χρήστο Λούλη – μην κοιτάτε που ξαναξύρισε το κεφάλι του τώρα που παίζει τον Βαρουφάκη στην ταινία του Γαβρά. Τον ήθελα αντι-σταρ, στερημένο από τα εξωτερικά στοιχεία της γοητείας του, να κερδίζει τον θεατή μόνο μέσα από την προσωπική περιπέτεια του ρόλου του.
• Βγαίνουν, τελικά, αλλαγμένοι από τα ασανσέρ οι ήρωές σας; Και πώς;
Προσγειώνονται. Βλέπουν ότι η συναναστροφή τους με τους άλλους βασιζόταν σε λάθος τρόπο, ότι η αλήθεια των σχέσεων θέλει άλλη διαχείριση, όχι την εύκολη και επιθετική. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι οι ιστορίες έχουν χάπι εντ, όλες οι συγκρούσεις στο ασανσέρ αφήνουν τους ανθρώπους μετέωρους, απομονωμένους. Ηθελα πάντως το φινάλε να έχει ένα κάποιο άνοιγμα, ένα φως, μια ελπίδα, ίσως επειδή παραμένω αισιόδοξος και πιστεύω ότι μέσα από την επαφή, τον διάλογο και μια πιο σύνθετη πολιτική σκέψη οι άνθρωποι θα μπορέσουν να επιβιώσουν. Τα δύο νέα παιδιά της ταινίας κατορθώνουν να συναντηθούν, να συνυπάρξουν, έστω και κουβαλώντας τους εφιάλτες της νύχτας.
• Είναι αλήθεια ότι ετοιμάζετε καινούργια ταινία;
Ναι, τελειώνει το σενάριο, το γράφουμε παρέα με τον Νίκο Παναγιωτόπουλο. Είναι ένα σύγχρονο δράμα, σχεδόν θρίλερ, στη χειμωνιάτικη Ζάκυνθο. Ξαναγυρνάω με συγκίνηση εκεί που ξεκίνησα με τη «Χρυσομαλλούσα».
info: Παίζουν οι Νένα Μεντή, Ακης Σακελλαρίου, Χρήστος Λούλης, Αλεξάνδρα Αϊδίνη, Βασίλης Κουκαλάνι, Γιώργος Χριστοδούλου, Δομνίκη Μητροπούλου, Αλέξανδρος Χρυσανθόπουλος, Ναταλία Σουίφτ.
