Πείτε το παλιομοδίτικο, συντηρητικό, κολλημένο στο παρελθόν, αλλά από τα πρώτα πλάνα της ταινίας του Στέλιου Χαραλαμπόπουλου «Τα δάκρυα του βουνού», σε καταλαμβάνει, ακόμα και άθελά σου, μια αίσθηση ανακούφισης, νοσταλγίας και δίψας για ένα πιο «ελληνικό» ελληνικό σινεμά. Κάτι τα υπέροχα, μοναδικά τοπία της ορεινής Ηπείρου, κάτι η παλιά εποχή, κάτι τα πρόσωπα των «ηθοποιών», άφθαρτα, αυθεντικά, και βυθίζεσαι σε μια ξεχασμένη απόλαυση.
Και, ναι, όλοι οι ηθοποιοί, εκτός από δύο, αυτής της πολυπρόσωπης ταινίας είναι ντόπιοι, κάτοικοι των περιοχών όπου γυρίστηκε, Λευκάδα και Τζουμέρκα, που ούτε πέρασμα από ερασιτεχνικό θέατρο δεν είχαν κάνει.
Ο πρωταγωνιστής, ο Νίκος Γεωργόπουλος, είναι, για παράδειγμα, μετεωρολόγος στο Ακτιο. Και πάει λέγοντας.
Ο Στέλιος Χαραλαμπόπουλος έχει μια αξιοπρόσεκτη ιστορία στον ελληνικό κινηματογράφο, με ταινίες μυθοπλασίας και πολυβραβευμένα ντοκιμαντέρ -όπως τα «Γιάννης Μόραλης», από τα κομβικά στοιχεία της πρόσφατης έκθεσης στο Μπενάκη για τον μεγάλο ζωγράφο, «Ημερολόγια Καταστρώματος-Γιώργος Σεφέρης» και «Τη νύχτα που ο Φερνάντο Πεσόα συνάντησε τον Κωνσταντίνο Καβάφη».
Αθόρυβος και εργατικός, κατάφερε με μύριους κόπους να γυρίσει μέσα στην κρίση τρεις ταινίες μεγάλου μήκους! Μετά τα ντοκιμαντέρ «Μαραθώνιος μιας ημιτελούς άνοιξης» (για τον Γρηγόρη Λαμπράκη) και «Της Πατρίδας μου η Σημαία», ήρθε η σειρά για την τρίτη του φιξιόν μεγάλου μήκους (αύριο στις αίθουσες).
«Τα δάκρυα του βουνού», δεν είναι δύσκολο να το αντιληφθείς, είναι η πέτρα, το υλικό με το οποίο παλεύει ένα μπουλούκι από μαστόρους, πετράδες, που αρχές του προηγούμενου αιώνα περιπλανιέται στα βουνά χτίζοντας σπίτια, γεφύρια, εκκλησίες. Ενας πόλεμος που μαίνεται τους κρατάει μακριά από τα χωριά τους δέκα ολόκληρα χρόνια, κομμένοι οι δρόμοι και τα περάσματα.
Αρχηγός τους είναι ο Μάρκος, ένας επιβλητικός, σοφός άντρας που θα γίνει θρύλος. Θα τον τραγουδάει, πενήντα χρόνια αργότερα, στο ξεκίνημα της ταινίας, ένας τυφλός λαϊκός ραψωδός. Να τος ο Ομηρος. Και Οδυσσέας του, ο Μάρκος.
«Από παλιά, που είχα κάνει κάνα δυο ντοκιμαντέρ για τους Λαγκαδιανούς μαστόρους αλλά και τους πετράδες της Ηπείρου, με είχε γοητεύσει η ζωή τους», εξηγεί ο Στέλιος Χαραλαμπόπουλος.
«Το ότι φτιάχνανε μπουλούκια, φεύγανε από τον τόπο τους οχτώ-εννιά μήνες, οργανώνονταν σαν ένα κοινόβιο -από τις πρώτες μορφές συνεργατικής οικονομίας- και έφταναν πολύ μακριά για να χτίσουν σπίτια. Από την Ηπειρο στην Κόρινθο, ακόμα και στο Ιράν, τότε με τους μεγάλους σεισμούς. “Αφουγκράζονταν τους σεισμούς”, που λέει και ο Χειμωνάς στους “Χτίστες”. Αυτό το στοιχείο της περιπλάνησης μου ‘φερε στον νου την Οδύσσεια και είπα να προσπαθήσω να κάνω μια ελεύθερη προσαρμογή της στην αρχή του περασμένου αιώνα. Κάποια θέματα του έπους συναντιούνται στις περιπέτειες του Μάρκου και των συντρόφων του, όπως η Κίρκη, ο ασκός του Αιόλου, τα βόδια του Ηλιου, η χώρα των Λωτοφάγων. Κάποια αλλά είναι εντελώς δικά μου».
Η ταινία αρνείται να δώσει στον θεατή κάποιο συγκεκριμένο ιστορικό πάτημα. Ποιος είναι, για παράδειγμα, αυτός ο τρομερός πόλεμος, από τον οποίο φτάνουν συνεχή μηνύματα και τους κρατά παγιδευμένους στις ερημιές. Είναι ένα στοιχείο που, άπαξ και το αποδεχτείς, προσθέτει στην ποίηση της ταινίας. Στη λειτουργία της σαν παραβολή.
«Ηταν επιλογή μου από την αρχή», λέει ο σκηνοθέτης. «Και ας μπορούσα να χρησιμοποιήσω κάμποσους πολέμους των αρχών του 20ού αιώνα, δεκαετείς, μάλιστα. Το διάστημα 1912-1922, με Βαλκανικούς, Α’ Παγκόσμιο και μικρασιατική εκστρατεία, πόσοι Ελληνες δεν έλειψαν, στρατιώτες, για χρόνια από τα σπίτια τους; Ηθελα, όμως, να θίξω το θέμα ότι ο πόλεμος κάνει κύκλους, επαναλαμβάνεται. Είναι πάντα γύρω μας».
Υπάρχουν, όμως, και δύο ιστορικά, πραγματολογικά στοιχεία. Η Κίρκη της ταινίας (μια θεατρίνα σε λαϊκό πανηγύρι) δελεάζει τους πετράδες με τα αγαθά της Αμερικής, «του αναδυόμενου καπιταλισμού», όπως λέει ο σκηνοθέτης, προβάλλοντας εικόνες της σε μια lanterna magica. Ενώ ο μάντης Τειρεσίας της ταινίας, ένας ανάπηρος από τον πόλεμο σύντροφος του Μάρκου, «ευαγγελίζεται τις ιδέες για κοινωνική δικαιοσύνη και σοσιαλισμό». «Δεν ήθελα να κάνω πολιτικολογία ή διδακτισμό, αλλά αυτοί οι δύο αντικρουόμενοι και προφητικοί λόγοι εμφανίζονταν με δύναμη στις αρχές του 20ού αιώνα», εξηγεί.
Δεν αρνείται, άλλωστε, ότι βλέπει το σινεμά κυρίως «σαν ένα εργαλείο ποίησης και στοχασμού». Δεν τον ενδιαφέρει να ακολουθεί την επικαιρότητα, ούτε τον ξιπάζουν οι κυρίαρχες αισθητικές κινηματογραφικές επιταγές.
«Δεν το κάνω για να πάω κόντρα σε κάτι, έτσι μου βγαίνει, είναι ο τρόπος μου να μιλάω για το παρόν. Πιστεύω σ’ αυτό που έλεγε ο Καβάφης, ότι όταν ένα συναίσθημα είναι πολύ δυνατό, πρέπει να περιμένεις να φύγει το αίμα από την καρδιά και να κατεβεί στα χέρια. Τότε να γράφεις».
Η ποιητικότητα της ταινίας του υποστηρίζεται και από τα τοπία, που δεν παιδεύτηκε πολύ να τα βρει, όντας ταυτόχρονα μανιώδης ταξιδευτής στην Ελλάδα και έμπειρος ντοκιμαντερίστας, δουλειά που απαιτεί… την κάμερα και στον δρόμο.
«Τα δάκρυα του βουνού» είναι, επίσης, δομημένα σε έξοχες εικαστικές ενότητες, κάθε μια τους και μια περιπέτεια του Μάρκου, με κυρίαρχα χρώματα «το σταχτί της πέτρας και το γαιώδες του σκληρού τόπου». Καθοριστική η συμβολή του διευθυντή φωτογραφίας Δημήτρη Κορδέλα.
«Ο Οδυσσέας μου δεν είναι ο πανούργος, που επιβιώνει με τη ευφυΐα του. Για μένα είχε γνώμονα το καλό, το “δίκιο τον οδηγούσε”, που λέει ο τυφλός τραγουδιστής», καταλήγει ο σκηνοθέτης. «Με τραβάει σ’ αυτόν η έγνοια του για την ομάδα. Η πίστη του ότι αν μείνουν ενωμένοι θα επιβιώσουν, αν διασπαστούν, θα χαθούν».
