Εχεις την αίσθηση ότι ακόμα εξελίσσεται, ότι ακόμα μπορεί να καταπλήξει με ρόλους μη συμβατικούς, τολμηρούς. Αγαπητή και ευρέως γνωστή από την ταινία «Fargo» (1996) των αδελφών Κοέν, η 60χρονη Φράνσις ΜακΝτόρμαντ συνεχίζει να μας προσφέρει ένα ιδιαίτερο χιούμορ, προικισμένο με ευφυΐα, πέρα από αυτήν των σεναρίων και των σκηνοθετών. Το κωμικό ταλέντο απαιτεί να μην παίρνεις τον εαυτό σου πολύ στα σοβαρά και η ΜακΝτόρμαντ δεν έχει ναρκισσιστικές ψευδαισθήσεις.
Αν και είναι ωραία και ψηλή γυναίκα, εμφανίζεται πάντα με την ελευθερία του άντρα, χωρίς μακιγιάζ, ντυμένη απλά, έτοιμη για απόλυτη συγκέντρωση στον ρόλο της κάθε φορά. Πηγαίνοντας λίγο πιο βαθιά, παρατηρούμε ότι το χιούμορ της, όπως συμβαίνει συχνά, δεν είναι παρά η άλλη πλευρά του πόνου. Αλλά αυτό που την ανεβάζει πάνω από τους περισσότερους Αμερικανούς ηθοποιούς είναι ο ζωντανός γάμος του γέλιου και της ανθρώπινης οδύνης.
Ο θετοί της γονείς, ο πατέρας ιερέας και η μητέρα νοσοκόμα την υιοθέτησαν όταν ήταν ενός χρόνου. Μπορούμε μόνο να φανταστούμε την προσπάθεια που θα κατέβαλε για να βρει τον δρόμο ανεξάρτητα από τις προσδοκίες των γονιών της!
Η αναζήτησή της όμως την αντάμειψε πλουσιοπάροχα γιατί άνοιξε τον δρόμο προς το Πανεπιστήμιο Γέιλ για θεατρικές σπουδές, για τον γάμο της με τον πρωτοπόρο Αμερικανό σκηνοθέτη Τζόελ Κοέν και τελικά για την ερμηνεία μαχητικών γυναικών στο θέατρο και το σινεμά, σε ταινίες όπως οι «Σχεδόν διάσημοι» (2000), «Ο άνθρωπος που δεν ήταν εκεί» (2001), «Μικρές απιστίες» (2003), «Ανιση μάχη» (2005), «Καυτό απόρρητο» (2008) και η αριστουργηματική τηλεοπτική σειρά «Olive Kitteridge» (2014).
Οι δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος, η τραγωδία και η κωμωδία, αναδεικνύονται εξίσου στoν τελευταίo ρόλο της στην ταινία «Οι τρεις πινακίδες έξω από το Εμπινγκ, στο Μιζούρι» (Τhree billboards outside Ebbing, Missouri) σε σκηνοθεσία του Μάρτιν ΜακΝτόνα , όπου η ΜακΝτόρμαντ κέρδισε τη Χρυσή Σφαίρα Α’ Γυναικείου Ρόλου. Ερμηνεύοντας την τραγική μάνα ενός δολοφονημένου κοριτσιού σε κάνει να κλαις με την απελπισία της αλλά και να χαίρεσαι με το θαυματουργό της πείσμα που λειτουργεί ως μοναδική κινητήρια δύναμη για όλη τη δράση του δράματος.
«Οι τρεις πινακίδες έξω από το Εμπινγκ, στο Μιζούρι» κέρδισαν φέτος συνολικά τέσσερις Χρυσές Σφαίρες (Καλύτερης Ταινίας, Α’ Γυναικείου Ρόλου για τη Φράνσις Μακντόρμαντ, Β’ Αντρικού Ρόλου για τον Σαμ Ρόκγουελ και Σεναρίου για τον ΜακΝτόνα.
Αυτή η ταινία, όπως και οι άλλες δύο («Αποστολή στην Μπριτζ», 2008 «Εφτά ψυχοπαθείς», 2012) του Βρετανο-Ιρλανδού θεατρικού συγγραφέα, σεναριογράφου και σκηνοθέτη συγγενεύουν: όλες εξελίσσονται στον κόσμο του εγκλήματος αλλά με τρόπο ώστε η βία να ισοφαρίζεται με μια πανανθρώπινη τάση για φιλία, σύνδεσμο, αγάπη.
Πρόσωπα που έχουμε δει στη μία επαναλαμβάνονται και στις άλλες, όπως του Κόλιν Φάρελ, του Γούντι Χάρελσον και του Σαμ Ρόκγουελ. Εκτός από αυτές τις ομοιότητες όμως, ο σκηνοθέτης είναι ορκισμένος να μην ακολουθήσει ποτέ την πεπατημένη οδό και πάντα να αναζητά το αναπάντεχο, το παράξενο και τελικά το αστείο.
Στην παρακάτω συνέντευξη η Φράνσις Μακντόρμαντ και ο Μάρτιν Μακντόνα μάς μίλησαν για την εμπειρία τους στη δημιουργία τού «Οι τρεις πινακίδες έξω από το Εμπινγκ, στο Μιζούρι».
• Εχετε πει πως ο Τζον Γουέιν ήταν μοντέλο σας για την ταινία.
Φράνσις: Ναι, πάντα μου άρεσε το περπάτημά του. Φορούσε, ξέρετε, παπούτσι νούμερο 40 που για έναν άντρα του ύψους του είναι πολύ μικρό. Γι’ αυτό περπατούσε κάπως χορευτικά προσπαθώντας να κρατηθεί όρθιος στα ποδαράκια του… Διάβασα τη βιογραφία του από την αρχή ώς το τέλος, πράγμα που δεν συνηθίζω, ειδικά για ηθοποιούς του Χόλιγουντ. Αλλά μου φάνηκε ενδιαφέρον το πώς έχτισε την εικόνα τού «Τζον Γουέιν». Το κανονικό όνομά του ήταν Μάριον Μόρισον, μετά έγινε Τζον Γουέιν. Ηξερε ότι το κοινό είχε ανάγκη από έναν «Τζον Γουέιν», ένα ίνδαλμα. Αφήστε που μ’ αρέσει ότι τον έλεγαν Μάριον… ένα γυναικείο όνομα! (γέλια)
• Η συνήθης πλοκή δείχνει τη γυναίκα σε δεύτερη μοίρα από του άντρα έχοντας ανάγκη από βοήθεια. Η Μίλντρεντ στην ταινία, αντίθετα, έχει μεγάλη αυτοπεποίθηση ακόμα και στις πιο ευαίσθητες στιγμές. Σίγουρα το σενάριο του Μάρτιν ΜακΝτόνα σάς έδωσε την ευκαιρία να αναπτύξετε τον χαρακτήρα. Ωστόσο πού βρίσκετε αυτή την ορμή;
Φράνσις: Μόλις απαντήσατε την ερώτηση σας! Το σενάριο! Θέλω να πω, θα δείτε στη φιλμογραφία μου ότι έχω παίξει πολλές γυναίκες-θύματα καταστάσεων. Παρ’ όλα αυτά μπορώ να πω ότι τις χρωμάτιζα με ένα ιδιαίτερο χρώμα μόνο και μόνο γιατί ήμουν εγώ που τις ερμήνευα. Ομως έχετε δίκιο, το ωραίο στον χαρακτήρα της Μίλντρεντ είναι ότι αν και έχει υποστεί βία, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα προχωρήσει στη ζωή από τη στιγμή που αναλαμβάνει δράση.
Μάρτιν: Μάλιστα συζητήσαμε το γεγονός πως δεν θέλαμε να την κάνουμε πιο αξιαγάπητη από ό,τι ήταν στο σενάριο και συμφωνήσαμε να αντισταθούμε στην παρόρμηση να ικανοποιήσουμε το κοινό με αυτόν τον τρόπο. Στόχος μας ήταν να μην την κάνουμε πολύ μητρική, αλλά ούτε και εντελώς μανιακή.
Φράνσις: Ακριβώς. Μία από τις αγαπημένες μου ατάκες είναι ενός προπονητή του μπάσκετ που είπε ότι «καμία σωστή πράξη δεν χρειάζεται εξήγηση ή δικαιολογία».
• Γνωρίζετε κάποιο αληθινό πρόσωπο σαν τη Μίλντρεντ;
Φράνσις: Οχι, ούτε ευχόμαστε να γνωρίσουμε γονείς που έχουν χάσει τα παιδιά τους…
• Βλέπετε κάποια ομοιότητα μεταξύ της Μαρτζ που ερμηνεύσατε στην ταινία «Fargo» και της Μίλντρεντ;
Φρανσις: Ναι. Δεν πιστεύω όμως ότι η ομοιότητα έχει να κάνει με την περιγραφή των χαρακτήρων, το σενάριο ή τη συνεργασία μου με τον Τζόελ και τον Ιθαν Κοέν –αλλά με το πνεύμα της εποχής. Το «Fargo» βγήκε σε μια περίοδο που οι γυναίκες άρχισαν να έχουν διαφορετική θέση στον εργασιακό χώρο… Με τον ίδιο τρόπο νομίζω ότι υπάρχει κάτι στην οργή της Μίλντρεντ του Μάρτιν ΜακΝτόνα από αρχαία ελληνική τραγωδία, κάτι που τη συνδέει με το πνεύμα της εποχής. Δεν είναι απλός θυμός -για τον θυμό μπορείς να πας στον ψυχολόγο- αλλά κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον, που πετυχαίνουν οι καλοί συγγραφείς, κάτι που είναι μέρος μιας ολόκληρης πολιτιστικής συζήτησης, όχι μόνο μιας καλής ταινίας.
• Ταυτίζεστε με την οργή της Μίλντρεντ;
Φράνσις: Η σημαντική διαφορά ανάμεσα στη Μίλντρεντ και σε εμάς είναι ότι αυτή έχει χάσει το παιδί της. Και υπάρχει μια βιολογική προσταγή που δεν μας αφήνει ως γονιούς να επιτρέψουμε να γίνει κάτι τέτοιο. Κι αν γίνει, παύει να υπάρχει ελπίδα για μια επιτυχημένη ζωή. Οχι, δεν έχω νιώσει την οργή της στην προσωπική μου ζωή. Θυμό, ναι –είμαι 60 χρονών και έχω μεγαλώσει στην Αμερική- φυσικά και είμαι θυμωμένη (γέλια)!
• Λέτε να αρχίσει λόγω της ταινίας ένα είδος νέας επικοινωνίας, πέρα από το τουίτερ και το φέισμπουκ, μέσω επιγραφών; Αν είχατε την ευκαιρία, τι θα διαλέγατε να ανακοινώσετε;
Φράνσις: Θα χαιρόμουν πολύ αν το τουίτερ και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν υπήρχαν πια.
Μάρτιν: Ακριβώς αυτό θα έπρεπε να γράψουμε: «Θάνατος στο τουίτερ!» (γέλια)
Φράνσις: Τέλεια, ναι! Είμαι κατά των πολλών ηλεκτρονικών μέσων επικοινωνίας. Πιστεύω ότι μας κάνουν κακό.
Μάρτιν: Αν προσέξατε, στην ταινία δεν θέλαμε νέα τεχνολογία. Ακόμα και οι υπολογιστές στο αστυνομικό τμήμα δεν είναι σύγχρονοι. Με τέτοια πράγματα οι ταινίες φαίνονται ξεπερασμένες σε ένα-δύο χρόνια.
Ετσι θέλαμε να δώσουμε μια ατμόσφαιρα στην ταινία που θα μπορούσε σχεδόν να ανήκει στη δεκαετία του ’70. Ακόμα και οι κομμώσεις ή τα αυτοκίνητα δεν είναι χαρακτηριστικά της σύγχρονης εποχής –πράγμα που έτσι κι αλλιώς ισχύει για τις μικρές πόλεις της Αμερικής.
• Εχετε βρεθεί σε μια κατάσταση αδικίας όπου χρειάστηκε να πάρετε τα πράγματα στα χέρια σας;
Φράνσις: Νομίζω ότι έτσι έχω χτίσει όλη μου την καριέρα! Οταν ήμουν φοιτήτρια, μου έλεγαν ότι δεν είχα φυσικό ταλέντο, ότι δεν ήμουν έτσι ή αλλιώς. Κάποια στιγμή λοιπόν αποφάσισα ότι όλα αυτά δεν είχαν καμιά σημασία, ότι θα γινόμουν ηθοποιός και μάλιστα καλή.
• Πιστεύετε ότι το είχατε μέσα σας να αντιδράσετε έτσι δυναμικά;
Φράνσις: Κατάγομαι από μια μικρή πόλη της Αμερικής και ο πατέρας μου ήταν ιερέας. Το σπίτι μου δεν ήταν ασφυκτικό, ωστόσο η ατμόσφαιρα ήταν πολύ συντηρητική. Πάντα ήξερα ότι δεν θα ζούσα εκεί. Από τη στιγμή που άφησα το σπίτι μου για σπουδές άρχισα να αναζητώ τη «φυλή» μου, την ταυτότητά μου.
Μάρτιν: Παρομοίως, όταν ήμουν νέος τα θεατρικά μου έργα απορρίπτονταν μέχρι που αποφάσισα ότι ήταν το ίδιο καλά με αυτά που εγκρίνονταν. Μάλιστα επειδή ήμουν παιδί της εργατικής τάξης δεν είχα διασυνδέσεις στον χώρο κι αυτό μου φαινόταν άδικο. Αλλά με έκανε να πεισμώσω και να στρωθώ στο γράψιμο ακόμα περισσότερο. Μέσα από αυτή τη διαδικασία έγινα καλύτερος συγγραφέας.
• Τα τελευταία χρόνια εργάζεστε στην Αμερική. Παρατηρείτε κάποια διαφορά ή δυσκολία ως προς αυτό;
Μάρτιν: Ταξιδεύω πολύ και μ’ ενδιαφέρει η ζωή και ο κόσμος στις μικρές πόλεις της Αμερικής. Δεν διαφέρει πολύ από τις περιηγήσεις μου στην Αγγλία ή την Ιρλανδία. Μεγάλωσα στο Λονδίνο αλλά το πρώτο πράγμα που έγραψα για την Αγγλία ήταν μόλις πριν από 2-3 χρόνια. Ολα τα άλλα αναφέρονται σε τόπους όπου δεν έχω ζήσει.
• Τι σας έκανε να γράψετε αυτή την ιστορία;
Μάρτιν: Δύο πράγματα. Ηθελα να συγκεντρωθώ σε μια γυναίκα πρωταγωνίστρια, αφού οι τελευταίες δύο ταινίες μου δεν είχαν αυτό το στοιχείο. Αλλά και το γεγονός ότι είδα κάτι παρόμοιο πριν από περίπου 17 χρόνια, σ’ ένα λεωφορείο διασχίζοντας μία από τις νότιες Πολιτείες. Η οργή και ο πόνος παρέμειναν μέσα μου για πάνω από δέκα χρόνια. Αλλά όταν αποφάσισα ότι θα μπορούσε η ιστορία να μιλάει για μια μητέρα που έχει χάσει την κόρη της, ο χαρακτήρας της Μίλντρεντ ξεπήδησε πρώτος από το χαρτί και τον άφησα να μου υποδείξει τη συνέχεια. Δεν ήξερα τι θα γινόταν από σκηνή σε σκηνή.
• Παρ’ όλο που γνωρίζατε καλά τη δουλειά της συνεργάτιδός σας, κατάφερε να σας εκπλήξει;
Μάρτιν: Απόλυτα και συνεχώς. Από την άλλη, επειδή ξέρω πόσο υπέροχη είναι, δεν περίμενα κάτι λιγότερο. Ειδικά για τις τρυφερές σκηνές… Συζητήσαμε για το πώς αυτές οι μικρές χαραμάδες, απ’ όπου διαφαίνεται η θλίψη της, ήταν πολύ σημαντικές για την ταινία.
Φράνσις: Μιλήσαμε για εναλλακτικές αντιδράσεις. Από την Olive Kitteridge (σ.σ. ηρωίδα τηλεοπτικής σειράς του HBO) έχω μάθει πως το κλάμα δεν είναι πάντα η πρώτη αντίδραση στον πόνο μιας γυναίκας.
• Πιστεύετε ότι αλλάζουν τα πράγματα όσον αφορά τις γυναίκες και το Χόλιγουντ;
Μάρτιν: Ναι, πιστεύω ότι είναι μια καλή συγκυρία για ταινίες με δυναμικές ηρωίδες.
Φράνσις: Το βλέπουμε και στις πωλήσεις των εισιτηρίων: «Lady Bird», «Τhree Billboards», «Τhor» –μια χαρά μού φαίνεται. Είναι καιρός να απαιτήσει ο κόσμος καλές ταινίες για γυναίκες. Οχι πατέντες και στερεότυπα…
Δεν θέλω να αναφερθώ στα γνωστά πρόσωπα, δεν αξίζει τον κόπο. Πρέπει όμως να αρχίσουμε να μιλάμε για το μεγαλύτερο θέμα που μας αφορά όλους. Είμαι φεμινίστρια από τα 15 μου. Πιστεύω ότι η πολιτιστική επανάσταση που συμβαίνει αυτή τη στιγμή έχει σχέση με το φεμινιστικό κίνημα της δεκαετίας του ’70. Βιώνουμε τώρα την ολοκλήρωσή του.
• Στο Χόλιγουντ υπάρχουν πάντα προσδοκίες για την εμφάνιση της γυναίκας. Εσείς όμως δεν διστάζετε να μην ακολουθείτε τα στερεότυπα, όπως το ότι οι γυναίκες πρέπει να μακιγιάρονται για να είναι όμορφες.
Φράνσις: Κι αυτό μου έχει μείνει από τότε που ήμουν έφηβη. Οταν πρωτοκυκλοφόρησε το Playboy τη δεκαετία του ’70, τα κορίτσια στις φωτογραφίες μού έμοιαζαν: αξύριστες, με φυσικά στήθη, χωρίς μακιγιάζ. Αλλά στη δεκαετία του ’80 άρχισε να μοιάζει με περιοδικό για αυτοκίνητα και οι γυναίκες, γυαλιστερές και τέλειες, φαίνονταν σαν προϊόντα προς πώληση.
Πιστεύω ότι η εμπορευματοποίηση της γυναίκας και αυτού του είδους το μάρκετινγκ του γυναικείου φύλου προκάλεσε τον διαχωρισμό των φύλων… Και καταλήγουμε στην πλαστική εγχείρηση και το μπότοξ. Κάποιος είπε «παρατηρώντας το πρόσωπό μου, αισθάνομαι ότι πάω βόλτα στη φύση». Μ’ άρεσε πολύ! Κορυφές, πεδιάδες και χαράδρες, έχεις πολλά μέρη να πας! (γέλια).
