Ντουμπάι
Η δυτικοποίηση αυτού του εμπορικού κέντρου της Μέσης Ανατολής είναι προφανής από την αρχή. Μοιάζει σαν ο ιθύνων νους πίσω από την τρομερά γρήγορη ανάπτυξη (τα τελευταία 30 χρόνια) της πόλης-κράτους του Ντουμπάι δεν αποφάσισε μόνο να το δημιουργήσει από το τίποτα αλλά και όρισε ακριβώς τη μορφή του: ένα μέρος όπου κάθε πιθανό όνειρο πολυτέλειας και «καλής ζωής» μπορεί να γίνει πραγματικότητα.
Οπως μια παρέα από Αμερικανούς που τους ένωνε μια τρελή ιδέα κατέφτασαν σε ένα μέρος στην έρημο της Καλιφόρνιας που ονόμασαν Χόλιγουντ, έτσι φαντάζομαι και λίγους ηγέτες του Εμιράτου με τις πεντακάθαρες λευκές κελεμπίες τους να συγκεντρώνονται για να δουν πώς θα καλλιεργήσουν τη μόνη τέχνη, απ’ ό,τι φαίνεται, που μπορεί να ευδοκιμήσει στην έρημο: τον κινηματογράφο.
Το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Ντουμπάι (Dubai International Film Festival-DIFF) απλώνεται σε μια μεγάλη περιοχή όπου βρίσκεται το ξενοδοχείο «Τζουμέιρα α Σαλάμ», το οποίο βλέπει τον Περσικό Κόλπο, και το Σουκ Μαντινάτ – τη σύγχρονη αραβικού στιλ αγορά με λαβυρινθώδεις στοές, εσωτερικούς και εξωτερικούς χώρους, εστιατόρια, μπαρ, τουριστικά μαγαζιά, αίθουσες κινηματογράφου και φυσικά τις αμερικανικές αλυσίδες «Jamba Juice», «Cinnabon», «Seattle Coffee»… Κόκκινα χαλιά περιτριγυρίζουν τα γραφεία του Φεστιβάλ, δίπλα σε ρηχά τεχνητά κανάλια, τα οποία διασχίζουν βαρκούλες γεμάτες τουρίστες από όλα τα μέρη του κόσμου.
Γκαλά και πολυτελή πάρτι στο τέλος της κάθε μέρας μέσα σε εντυπωσιακούς χώρους, ενώ ο νυχτερινός ουρανός λαμπυρίζει με τα πολύχρωμα φώτα του ξενοδοχείου «Μπουρζ Αλ Αράμπ» της φημισμένης περιοχής Skyline Dubai, τους προβολείς του Φεστιβάλ και τις φωτεινές γιρλάντες στις ταράτσες του Σουκ. Ο άνετος χώρος των γραφείων είναι μοιρασμένος σε περίπτερα τεχνικών τοπικών και διεθνών εταιρειών, ένα τμήμα Virtual Reality, ένα μεγάλο σαλόνι και αρκετά γραφεία.
Στο εμπορικό κέντρο Emirates Mall, όπου γίνονται οι περισσότερες προβολές, η πρώτη εντύπωση σε μπερδεύει: αν απουσίαζαν οι άνδρες με τις λευκές κελεμπίες και οι γυναίκες με τις μαύρες μπούρκες ή τα πολλά ασιατικά πρόσωπα, κάλλιστα θα νόμιζες ότι βρίσκεσαι κάπου στην Αμερική, ας πούμε, στο Ντάλας.
Το ποπκόρν και τα εισιτήρια θυμίζουν ακριβώς τις αμερικανικές αίθουσες AMC. Παρ’ όλα αυτά, ο κανόνας τού «μεγαλύτερο σημαίνει καλύτερο» εφαρμόζεται εδώ σε βαθμό που ούτε οι Αμερικανοί γνωρίζουν. Τα εστιατόρια και μαγαζιά τριγύρω είναι μεγάλων διαστάσεων, ενώ τα δίδυμα σινεμά στεγάζουν περίπου 10 αίθουσες το καθένα. Τεράστιες ψηφιακές επιγραφές αναγγέλλουν τις ταινίες του φεστιβάλ… Χολιγουντιανές και «Ταινίες του κόσμου», ανάμεσα στις οποίες και το «Lοve me not» του Αλέξανδρου Αβρανά.
Αλλά όταν σβήνουν τα φώτα, ξαφνικά μεταφέρεσαι σε έναν εντελώς άλλο κόσμο, ειδικά αν αφήσεις κατά μέρος τα δυτικά προγράμματα και αφοσιωθείς στις αραβικές ταινίες. Στην Ευρώπη και την Αμερική, συνειδητοποιώντας το ή όχι, επηρεαζόμαστε από τις εριστικές ειδήσεις σχετικές με τρομοκρατικές επιθέσεις στη Μέση Ανατολή και στη Δύση, και άθελά μας βάφουμε τον μουσουλμανικό κόσμο με το χρώμα του αίματος.
Οταν όμως βλέπεις αυτές τις απλές, καθημερινές ιστορίες, μια άλλη πραγματικότητα αρχίζει να φανερώνεται, μια πραγματικότητα γεμάτη αγώνα αλλά και εμποτισμένη με ένα ήθος που στον δυτικό νου μοιάζει ξένο ή χαμένο στα βάθη του χρόνου. Σε αυτές τις ταινίες, οι ανθρώπινες σχέσεις δεν είναι περιστασιακές όσον αφορά την πλοκή, αλλά τους δίνεται όλος ο χρόνος στην οθόνη.
Σεξ, βία και κίνδυνος σχεδόν απουσιάζουν. Αντ’ αυτού, οι κινηματογραφιστές διερευνούν την ψυχή των χαρακτήρων τους, που όλοι τους είναι αναγκασμένοι να αντιμετωπίσουν τις γρήγορα μεταβαλλόμενες συνθήκες των κοινωνιών τους.
■ Το «Until the birds return» του Καρίμ Μουσάουι είναι ένα σύγχρονο τρίπτυχο από την Αλγερία γύρω από την κρυφή ζωή τριών προσώπων: ενός ηλικιωμένου άνδρα που γίνεται αυτόπτης μάρτυρας ενός εγκλήματος, μιας νέας γυναίκας που ερωτεύεται καθ’ οδόν προς γάμο από συνοικέσιο και ενός γιατρού που συναναστρέφεται μια γυναίκα η οποία του ζητά να αναγνωρίσει το νόθο παιδί της. Οι τρεις ιστορίες συνδέονται πολύ χαλαρά, όταν η κάμερα ξαφνικά αφήνει τον έναν πρωταγωνιστή και αλλάζει πορεία ακολουθώντας κάποιον άλλον.
Η ταινία τελειώνει με δυναμικό συμπέρασμα: όλοι οι άνθρωποι, πλούσιοι και φτωχοί, νέοι και γέροι ζουν με κάποιο κρυφό πάθος, κρυφή ιστορία. Αν μπορούσαμε να το καταλάβουμε αυτό, θα σταματούσαμε να υποτασσόμαστε σε συμβάσεις που μας έχουν επιβληθεί έξωθεν και θα ανακαλύπταμε αυτό που μας ενώνει όλους χωρίς εξαίρεση: τον ανθρωπισμό μας.
■ Το «Βeauty and the dogs» του Τυνήσιου σκηνοθέτη Καουθέρ Μπεν Χανία, μιλά για μια νεαρή γυναίκα θύμα βιασμού, με τη διαφορά ότι οι βιαστές της είναι αστυνομικοί. Χωρίς άλλη στήριξη στην αυστηρή μουσουλμανική κοινωνία, η γυναίκα καταφεύγει στο αστυνομικό τμήμα όπου συναντά τους ίδιους τους εγκληματίες, οι οποίοι προσπαθούν να την αναγκάσουν να μην τους καταγγείλει, απειλώντας να τη συλλάβουν και να την ατιμάσουν στην οικογένεια και την κοινωνία.
Στο τέλος, νιώθοντας ότι δεν έχει πια τίποτα να χάσει, η ηρωίδα αρνείται να απαλλάξει τους αστυνομικούς από την ευθύνη του εγκλήματος, υποχρεώνοντάς τους έτσι να αποδεχθούν την αθωότητά της αλλά και την ενοχή τους.
■ Η ταινία «Until the end of time» της Αλγερινής Γιασμίν Τσουίκ εξυμνεί την τρυφερή σχέση ανάμεσα σ’ έναν ηλικιωμένο νεκροθάφτη και μια επίσης ηλικιωμένη γυναίκα που καταφθάνει σε ένα απόμακρο χωριό, σε ένα νεκροταφείο για να προσκυνήσει τον τάφο της αδελφής της.
Εκεί, ο θάνατος δίνει τόπο στις σπίθες της ζωής που γεννιούνται ανάμεσα στους νέους και στους γέρους, αυτούς που πενθούν και αυτούς που έχουν παραιτηθεί, ενώ όλοι συναντούν την ευτυχία σε μικρές και απλές στιγμές όπως ένα ταξίδι στη θάλασσα, φορώντας ένα φουστάνι και δυο σκουλαρίκια ή χορεύοντας.
■ Η ταινία «Benzine» της Σάρα Αμπιντί από την Τυνησία διερευνά τις επιπτώσεις του προσφυγικού προβλήματος από την πλευρά των οικογενειών που χάνουν παιδιά και συγγενείς, όταν οι τελευταίοι ξενιτεύονται κινητοποιημένοι από μια απελπισία που λίγοι από μας, τους Δυτικούς, μπορούμε να καταλάβουμε. Μη έχοντας πόρους, η μητέρα και ο πατέρας αυτής της ταινίας κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους για να βρουν τον χαμένο τους γιο, ο οποίος έφυγε παράνομα για την Ιταλία.
Παρόλο που δεν δικαιολογούνται επιφανειακές γενικεύσεις και παρόλο που οι παραπάνω τέσσερις ταινίες δεν αποτελούν παρά μόνο ένα δείγμα του πολύπλευρου προγράμματος του DIFF, θα τολμήσω να πω πως τέτοιες μικρές και τρυφερές ιστορίες –τις οποίες γνωρίζουμε μόνο χάρη στα διεθνή φεστιβάλ– αναπτερώνουν την αγάπη μου για το σινεμά. Και αν το Ντουμπάι είναι το Χόλιγουντ της Μέσης Ανατολής, νιώθω ακόμα ευγνωμοσύνη προς τους επιμελητές των προγραμμάτων, που επιλέγουν να μας φανερώσουν μερικές πλευρές κοινωνιών που, μολυσμένες από τα διεθνή πολιτικά παιχνίδια, παραμένουν κρυφές και άγνωστες.
