Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Είναι 27 χρόνων και είναι μια σούπερ σταρ – αλλά, ευτυχώς, όχι μόνο. Γνωρίσαμε την Κρίστεν Στιούαρτ στα 12 της, όταν κλείστηκε μαζί με την Τζόντι Φόστερ στο «Δωμάτιο πανικού» του Ντέιβιντ Φίντσερ. Από τότε έγινε η Μπέλα του «Twilight», που στόλισε τα νεο-εφηβικά δωμάτια, προκάλεσε με τις εμφανίσεις της, σκανδάλισε με τις ερωτικές της σχέσεις, κατσούφιασε, γέλασε, δοκίμασε. Η Κρίστεν Στιούαρτ μοιάζει αυτή την εποχή να παίζει με τον εαυτό της, να τεστάρει τα όρια και τα προφίλ του. Και φαίνεται να το απολαμβάνει.

Πρωταγωνίστησε στο «Café Society» του Γούντι Αλεν, στο «Billy Lynn’s Long Halftime Walk» του Ανγκ Λι, το οποίο περιμένουμε να δούμε, ετοιμάζεται για το «Underwater» με τον Βενσάν Κασέλ, για το οποίο ξύρισε το κεφάλι της, θα συμμετάσχει στο ερχόμενο Φεστιβάλ Κανών ως σκηνοθέτις της πρώτης μικρού μήκους ταινίας της, με τίτλο «Come Swim»:

εκεί, άλλωστε, θα συναντήσει και τον Γιώργο Λάνθιμο που, όπως έχει πει, θαυμάζει απεριόριστα. Παράλληλα, επεκτείνει την ευρωπαϊκή καριέρα της, πρωταγωνιστώντας για δεύτερη φορά σε ταινία του Ολιβιέ Ασαγιάς, δύο χρόνια μετά τα «Σύννεφα του Σιλς Μαρία», στο «Personal Shopper», που τιμήθηκε με το Βραβείο Σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Κανών και βγαίνει στις αίθουσες στις 11 Μαΐου από τη StraDa Films.

Στο «Personal Shopper», η Κρίστεν Στιούαρτ υποδύεται τη Μορίν, μια κοπέλα με μεταφυσικές ευαισθησίες που προσπαθεί να έρθει σε επαφή με τον νεκρό αδελφό της. Η Μορίν είναι μια ειδική βοηθός για τους σταρ, υπεύθυνη να ψωνίζει από οίκους μόδας τα ρούχα που θα φορέσουν. Δείχνει, αλλά ποτέ δεν φαίνεται.

«Χρειάζεται ένας ιδιαίτερος τύπος ανθρώπου για να προσφέρει υπηρεσίες σ’ έναν άλλον και να καθίσει στο πίσω κάθισμα», λέει η Στιούαρτ για τα χαρακτηριστικά της ηρωίδας της.

Με προσωπική αγάπη και φροντίδα. Ενας βοηθός θεωρητικά πρέπει να βάζει το αφεντικό του πριν από τον εαυτό του σε κάθε επίπεδο και νομίζω ότι αν δεν έχεις μια ειλικρινή επιθυμία να διευκολύνεις κάποιου την τέχνη ή τον σκοπό, αυτή η δουλειά μπορεί να σε στραγγίσει και να νιώσεις μειονεκτικά. Αυτό, βέβαια, σημαίνει ότι έχεις κι ένα κακό αφεντικό

Η Στιούαρτ γελάει με την ιδέα του να είχε η ίδια personal shopper. «Είναι πολύ λίγοι οι άνθρωποι που έχουν, πρέπει να είσαι αλλόκοσμα πλούσιος, να ζεις σε μια πολύ εκλεκτική φούσκα κι είναι σπάνιο. Εχω μια καλή στιλίστρια, απ’ όταν ήμουν μικρή, που δεν προσπαθεί να κάνει τίποτε άλλο από το να υπογραμμίσει ποια στ’ αλήθεια είμαι. Κι εκείνη με ξέρει πολύ καλά, ακούγεται κλισέ, αλλά έχουμε μια αληθινή συνεργασία που είναι τόσο απαραίτητη σ’ αυτό που κάνω.

»Γιατί όταν μιλάμε για τις ταινίες μας, ως ηθοποιοί, κάνουμε προώθηση στα πράγματα που βρίσκονται πιο κοντά μας απ’ όλα και θέλεις να νιώθεις δυνατός, σταθερός και ο εαυτός σου».

Στην ταινία, η Στιούαρτ υποδύεται ένα νέας κοπής μέντιουμ: «Η ταινία έχει πολύ να κάνει με τη μοναξιά και την απομόνωση», εξηγεί. «Με το πώς κάποιες σκέψεις κι ερωτήματα που δεν απαντώνται σε τραβούν μέσα στην άβυσσό τους.

»Και το γεγονός ότι ποτέ δεν θα μπορέσουμε να απαντήσουμε στο ερώτημα τι είναι ο θάνατος μπορεί να σε απομονώσει αν το αφήσεις. Αλλά το να βρεις σ’ αυτό μια αίσθηση ειρήνης σου προσφέρει ικανοποίηση.

»Υπάρχει κάτι που μας συνδέει όλους, που δεν ορίζεται και δεν υπάρχουν λέξεις να το περιγράψεις, αλλά το σκεφτόμαστε, το συζητάμε και κάνουμε ταινίες γι’ αυτό… Ας πούμε, γιατί ανατριχιάζεις, γιατί κάποιοι άνθρωποι αμέσως σε απωθούν ή σε ελκύουν, υπάρχει κάτι για το οποίο δεν ευθυνόμαστε, γεννιόμαστε μ’ αυτό.

»Δεν ευθύνομαι για τη διαίσθησή μου, μου δόθηκε. Μου χαρίστηκε, είναι μια ανθρώπινη ιδιότητα κι ο καθένας έχει δικαίωμα σ’ αυτήν. Δεν μπορείς να πεις με βεβαιότητα αν στο τέλος της ημέρας θα καταλήξουμε μόνοι μας, αν κατασκευάζουμε μια πραγματικότητα, αν κανείς μοιράζεται την οπτική μας. Αυτές οι σκέψεις δεν απαντώνται, οπότε αν δεν μπορείς σε κάτι να βρεις μια ικανοποιητική απάντηση, η αγωνία σε καταρρακώνει».

Για τον Ολιβιέ Ασαγιάς, τον Γάλλο δημιουργό με τον οποίο χτίζει μια σταθερή συνεργασία, έχει μόνο θαυμασμό να εκφράσει: «Νιώθω ορατή κι αυτό είναι το καλύτερο συναίσθημα, όχι για έναν ηθοποιό, αλλά για κάθε άνθρωπο, να νιώθεις ότι κάποιος σε βλέπει και συμφωνεί, σε υποστηρίζει και σ’ αφήνει αυτό που είσαι να το δείχνεις. Πάντα θέλει να πυροδοτήσει μια σκέψη, όχι να την ορίσει. Είναι πολύ κουλ. Ενώ ευθύνεται ολομόναχος για τη διαδρομή που ακολουθούμε, μπορώ να επιλέγω τα βήματά μου».