Στη σύγχρονη πολιτική αρένα, μια συγκεκριμένη λέξη έχει μετατραπεί στο απόλυτο εργαλείο πολιτικής λογοκρισίας και ιδεολογικής φίμωσης: η λέξη «λαϊκισμός». Κάθε φορά που η συζήτηση στρέφεται στα καθημερινά, πιεστικά προβλήματα της κοινωνικής πλειονότητας, η απάντηση των κυρίαρχων κύκλων είναι στερεότυπη. Η διεκδίκηση αξιοπρεπών μισθών, η κραυγή αγωνίας για την ακρίβεια στα ράφια των σούπερ μάρκετ και η απαίτηση για ένα ισχυρό, δημόσιο σύστημα υγείας βαφτίζονται αυτόματα «λαϊκίστικες κορώνες». Πρόκειται για μια ενορχηστρωμένη προσπάθεια να επιβληθεί η σιωπή και να παρουσιαστεί η κοινωνική δυσφορία ως μια ανεύθυνη, συναισθηματική έκρηξη χωρίς ορθολογική βάση.
Ωστόσο, ας δούμε την πραγματικότητα χωρίς τους παραμορφωτικούς φακούς της κυβερνητικής προπαγάνδας. Είναι λαϊκισμός να μιλάς για το γεγονός ότι ο μισθός εξαντλείται το πρώτο δεκαπενθήμερο του μήνα; Είναι λαϊκισμός να αναδεικνύεις την απόγνωση πολιτών που αδυνατούν να βρουν στέγη λόγω των εξωφρενικών ενοικίων; Ή μήπως αποτελεί φθηνή δημαγωγία η κριτική για την υποβάθμιση της δημόσιας παιδείας; Η απάντηση είναι ξεκάθαρα όχι. Αυτά δεν είναι θεωρητικά σχήματα, ούτε επικοινωνιακά τεχνάσματα της αντιπολίτευσης. Είναι η βιωμένη πραγματικότητα της πλειονότητας των Ελλήνων πολιτών, οι οποίοι βλέπουν την αγοραστική τους δύναμη να συρρικνώνεται και τα κοινωνικά τους δικαιώματα να χλευάζονται.
Η συστηματική κατάχρηση του όρου «λαϊκισμός» δεν γίνεται τυχαία. Εξυπηρετεί έναν πολύ συγκεκριμένο σκοπό: τη μετατόπιση των ευθυνών από τις πολιτικές επιλογές στην ίδια την κοινωνία. Όταν η ανάγκη για κοινωνική δικαιοσύνη ταυτίζεται με τον ανορθολογισμό, τότε η μοναδική «υπεύθυνη» πολιτική που απομένει είναι η τυφλή υποταγή στις αγορές και στους δείκτες της ευημερίας των λίγων. Με αυτόν τον τρόπο, η πολιτική ελίτ επιχειρεί να βγάλει από το κάδρο των συζητήσεων τις ανισότητες. Όποιος αμφισβητεί το κυρίαρχο οικονομικό δόγμα, απομονώνεται ως «εχθρός της σταθερότητας».
Σε αυτή την επιχείρηση μαζικής χειραγώγησης, ο ρόλος των κυρίαρχων Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης είναι κομβικός και συχνά χυδαίος. Τα συστημικά ΜΜΕ (ειδικότερα τηλεοπτικά) λειτουργούν ως ο μεγάλος μεγεθυντικός φακός της κυβερνητικής γραμμής και, ταυτόχρονα, ως ο σιγαστήρας της κοινωνίας. Αντί να ελέγχουν την εξουσία, ελέγχουν και εγκαλούν τους πολίτες. Μέσα από τα τηλεοπτικά παράθυρα και τις προβεβλημένες ιστοσελίδες, η πραγματική φτώχεια υποβαθμίζεται σε «διεθνή κρίση» και οι δίκαιες διεκδικήσεις σε «ανεύθυνο λαϊκισμό». Οι δημοσιογράφοι της αυλής δεν ρωτούν πλέον γιατί δεν βγαίνει ο μήνας, αλλά κουνούν το δάχτυλο σε όποιον αρνείται να ζήσει με ψίχουλα.
Είναι καιρός να πάψει αυτή η ιδεολογική τρομοκρατία. Ο λαϊκισμός δεν είναι η υπεράσπιση των λαϊκών συμφερόντων. Είναι η πολιτική εργαλειοποίηση του λαού και η κατασκευή εύκολων εχθρών. Η ανάδειξη των προβλημάτων της κοινωνικής βάσης δεν είναι λαϊκισμός, είναι η πεμπτουσία της δημοκρατίας. Η αριστερά και οι προοδευτικές δυνάμεις έχουν χρέος να μην υποκύψουν σε αυτόν τον εκβιασμό της σιωπής. Η πολιτική οφείλει να επιστρέψει εκεί που ανήκει: στους δρόμους, στις γειτονιές, στα προβλήματα του εργαζόμενου, του μετανάστη, του συνταξιούχου, του άνεργου.
Το να δίνεις φωνή σε αυτούς που δεν έχουν, το να διεκδικείς δημόσια αγαθά και κοινωνική προστασία, αποτελεί πράξη ευθύνης και ορθολογισμού. Αν η υπεράσπιση της κοινωνικής πλειονότητας θεωρείται από κάποιους λαϊκισμός, τότε το πρόβλημα δεν το έχει η κοινωνία, αλλά η δική τους αντίληψη για τη δημοκρατία. Όσο και αν μια καλοστημένη μηχανή προσπαθεί για το αντίθετο, η πραγματικότητα δεν μπορεί πλέον να κρυφτεί πίσω από βολικές ταμπέλες.
*Η Μαρία Κυριακίδου είναι νομικός.
