Ο Γιόνας Μέκας είναι πρόχειρα, εύκολα γνωστός ως «Ο πατριάρχης της αβανγκάρντ». Παρότι δεν υπάρχει τίποτε εύκολο σ’ αυτό, ο Μέκας είναι, ταυτόχρονα, πολλά περισσότερα πράγματα.
Γεννημένος στη Λιθουανία το 1922, έφυγε το 1944 για να γλιτώσει από τον πόλεμο, αλλά παγιδεύτηκε, μαζί με τον αδελφό του, Αντόλφας, σε ναζιστικό στρατόπεδο εργασίας στο Αμβούργο.
Τα δυο αγόρια κατάφεραν ν’ αποδράσουν και, ύστερα από μια μυθιστορηματική περιπλάνηση, ο Μέκας μετοίκισε, το 1949, στο Μπρούκλιν, στη Νέα Υόρκη. Εκεί, δανείστηκε λεφτά, αγόρασε την πρώτη του κάμερα, μια 16άρα Bolex, κι ανακάλυψε το ανεξάρτητο, underground, αβανγκάρντ σινεμά, του οποίου έγινε ο πιο δυναμικός και παραγωγικός σκηνοθέτης.
Εγραψε για τη Village Voice -ήταν ο πρώτος της κινηματογραφικός κριτικός-, ίδρυσε το εμβληματικό περιοδικό Film Culture και την Ανθολογία Κινηματογραφικών Αρχείων, τη μεγαλύτερη, ιστορικότερη συλλογή αβανγκάρντ ταινιών. Συνεργάστηκε με προσωπικότητες και καλλιτέχνες σαν τον Σαλβαδόρ Νταλί, τον Αντι Γουόρχολ, τον Αλεν Γκίνσμπεργκ και, φυσικά, τον συμπατριώτη του Τζορτζ Μακιούνας.
Οι ταινίες του συνέβαλαν στη διαμόρφωση του νέου σινεμά και προβλήθηκαν σε ταινιοθήκες και μουσεία σ’ όλο τον κόσμο – παράλληλα ο Γιόνας Μέκας έγραψε και γράφει ποίηση, στη δική του γλώσσα μόνο, τα λιθουανικά, ενώ επεκτάθηκε σε video art και installations, με απόσταγμα το συνεχιζόμενο «The 365 Day Project», με την κυκλοφορία μιας ημερολογιακής ταινίας κάθε μέρα, στο δικό του site.
Αυτός ο θρύλος του σινεμά και της σύγχρονης τέχνης, στα 94 χρόνια του πια, ήρθε στην Αθήνα, προσκεκλημένος της documenta 14, για να μοιραστεί σινεμά, σοφία και το χαρακτηριστικό του, διαβρωτικό χιούμορ.
Ο Γιόνας Μέκας παρουσίασε στην Ταινιοθήκη της Ελλάδας δύο από τις ημερολογιακές ταινίες του «Αναμνήσεις από τη Γερμανία» του 1971 και το «Αναμνήσεις από ένα ταξίδι στη Λιθουανία» του 1972, που αποτυπώνουν τη διαδρομή της δικής του ζωής.
Η διπλή προβολή θα επαναληφθεί στην Ταινιοθήκη την Τετάρτη 31 Μαΐου. Οσο βρέθηκε στην Αθήνα, ο Γιόνας Μέκας δέχτηκε να μοιραστεί τις σκέψεις και τις εικόνες του – κι απέναντί του, δεν έχεις παρά ν’ ακούσεις προσεκτικά.
Μια ζωή γεμάτη αλλαγές
Σε κάποια θέματα μπορεί να έχω αλλάξει απόψεις. Μεγαλώνεις, αλλάζεις, κερδίζεις μεγαλύτερη κατανόηση στα πράγματα. Κάθε ερώτηση που μου κάνουν, ακόμα κι αν την έχω ακούσει άλλες δέκα φορές, την προσεγγίζω σαν καινούργια γιατί αλλάζω εγώ. Εξαρτάται κι από τη χώρα όπου βρίσκομαι, το ποιος θα ακούσει ή θα διαβάσει αυτά που λέω, αν θα με ακούσουν φοιτητές ή δημοσιογράφοι.
Εχω βιώσει, επίσης, πολλές αλλαγές, αν και δεν θα έλεγα ότι έχω ζήσει ενδιαφέρουσα, αλλά κυρίως πολυάσχολη ζωή. Η καθοριστική στιγμή για εμένα ήταν όταν χρειάστηκε να φύγω από τη Λιθουανία, τη χώρα μου. Συνήθως παραμένεις εκεί όπου γεννήθηκες, δουλεύεις στη χώρα σου, οπότε αν φύγεις κι αφήσεις τον κόσμο σου πίσω, αυτό σε διαμορφώνει.
Παγιδευμένος στην απολυταρχία
Εζησα σε στρατόπεδο συγκέντρωσης – είναι μια καταχρηστική συνθήκη, αναγκάζεσαι να κάνεις ό,τι σου λένε και χάνεις τελείως τα δικαιώματά σου σε οτιδήποτε, γίνεσαι σκλάβος, ιδιοκτησία κάποιου άλλου που σε χρησιμοποιεί για τους δικούς του στόχους, άρα είναι μια απάνθρωπη συνθήκη.
Φυσικά το σκέφτεσαι όταν διαβάζεις για απολυταρχικά καθεστώτα σε άλλες χώρες και γνωρίζεις τι περνούν. Υπάρχουν διαφορετικά επίπεδα, το να είσαι σε στρατόπεδο εργασίας στη Γερμανία στον πόλεμο δεν έχει μεγάλη διαφορά, είναι μια παραλλαγή από το να βρίσκεσαι υπό σοβιετική κατοχή.
Κι εκεί γίνεσαι ιδιοκτησία της κυβέρνησης, ακολουθείς αυτό που σου λένε να κάνεις. Είσαι λίγο πιο ελεύθερος, αλλά ποτέ αληθινά ελεύθερος. Οπότε κατανοώ τι βιώνουν άνθρωποι σε κάποιες χώρες ακόμα και σήμερα.
Η ποίηση και το σινεμά της
Δεν μ’ ενδιαφέρει η ατομική έκφραση – στην τέχνη βλέπω, ακούω, αλλά είναι μόνο ένα κομμάτι της ανθρώπινης ζωής, υπάρχουν πολλά ακόμα. Κι εγώ είμαι κομμάτι του όλου, δεν είμαι μόνο ένας καλλιτέχνης.
Γράφω ποίηση μόνο στα λιθουανικά γιατί δεν μπορείς να γράψεις ποίηση σε καμιά άλλη γλώσσα εκτός από τη δική σου. Η ποίηση δεν βασίζεται στην εμπειρία, είναι μια γλώσσα η ίδια και δεν μπορείς να μάθεις άλλη γλώσσα τόσο καλά όσο αυτή που έμαθες κι αγάπησες ως παιδί.
Γιατί οι πιο λεπτές διακυμάνσεις των αισθήσεων και των συναισθημάτων σου, της σκέψης σου, μπορούν να εκφραστούν μόνο στη γλώσσα με την οποία μεγάλωσες. Αυτή η γλώσσα είναι συνδεδεμένη με κάθε λέξη που έμαθες και που άρθρωσες ποτέ, άρα μια γλώσσα που θα διδαχτείς, είναι κάτι τεχνητό, δεν αποτυπώνει τις ιδέες με την ίδια λεπτότητα.
Το σινεμά είναι μια γλώσσα κινούμενων εικόνων. Ως γλώσσα, για να εκφραστείς, χρησιμοποιείς τα χείλη σου, τ’ αυτιά σου, την κάμερά σου, τα δάχτυλά σου, είσαι συνδεδεμένος με την κάμερα, μαθαίνεις πώς να χρησιμοποιείς τη γλώσσα της.
Ενας λόγος -κι αυτό ίσως είναι μόνο η δική μου σκέψη- που ξεκίνησα να κάνω σινεμά όταν πήγα στην Αμερική ήταν πως δεν γνώριζα καμία άλλη γλώσσα παρά τη δική μου, τη λιθουανική. Κανείς δεν μπορούσε να με καταλάβει, φυσικά, στη Νέα Υόρκη ή στον δυτικό πολιτισμό.
Οπότε το φιλμ ήταν ο τρόπος μου να μιλήσω στους φίλους μου. Αυτό είναι μόνο κομμάτι της πραγματικότητας. Με προσέλκυσε, με απόλυτη φυσικότητα, αδιόρατα, το σινεμά. Οταν ξεκίνησα, δεν ξέρω καν ακριβώς πότε, ανακάλυψα ότι βρισκόμουν μέσα σ’ αυτό το σύμπαν, του σινεμά.
Η αβανγκάρντ, τα ρίσκα, τα άλματα
Πιστεύω στον όρο αβανγκάρντ γιατί… Πήγαινε να διαβάσεις ένα λεξικό. Στο λεξικό υπάρχει η λέξη αβανγκάρντ. Διαβάζεις την περιγραφή και σου εξηγεί τι είναι. Και είναι, φέρ’ ειπείν, στον στρατό η πρώτη γραμμή.
Σε κάθε τομέα της ανθρώπινης δράσης υπάρχει κάποιος που φτιάχνει κάτι, μπορεί κάποιος να φτιάχνει παπούτσια, άλλος να μαγειρεύει ή να χτίζει, να είναι αρχιτέκτονας, ο οποίος βαριέται να κάνει τα ίδια και τα ίδια, θέλει να κάνει κάτι άλλο.
Κι αυτό είναι η πρώτη γραμμή, αυτό είναι η αβανγκάρντ. Σε κάθε τομέα της ανθρώπινης δράσης υπάρχει πάντα η αβανγκάρντ. Υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει. Αλλά κάποιες φορές είναι ένα μικρό άλμα μπροστά, άλλοτε κάποιοι κάνουν ένα μεγάλο άλμα, αυτοί συνήθως είναι πιο εμφανείς, σοκάρουν περισσότερο κι αυτούς πυροβολούν.
Οταν είσαι στην πρώτη γραμμή, στην αβανγκάρντ, βρίσκεσαι σε κίνδυνο είτε κάνεις ένα μεγάλο άλμα, όπως οι σουρεαλιστές, οι φουτουριστές, οι ντανταϊστές ή ο Τζον Κέιτζ ή ο Μαρσέλ Ντισάν, είτε κάνεις μικρά άλματα που όμως είναι σημαντικά.
Τα δικά μου άλματα είναι πολύ μικρά, αλλά συνεχή. Μου χρεώνουν μια κινηματογραφική φόρμα που εμπεριέχει ρίσκο, αλλά εγώ νομίζω ότι αυτά θα συνέβαιναν ούτως ή άλλως. Τη δική μου τη λειτουργία τη θεωρώ σαν, αυτόν τον όρο, «η μαία», η γυναίκα που βοηθά το μωρό να γεννηθεί, αυτή ήταν η δική μου λειτουργία.
Ισως ήμουν λίγο πιο ευαίσθητος στο να βλέπω τι συμβαίνει και να το βοηθώ να συμβεί, ή να το προστατεύσω. Δεν είμαι ο Ντισάν, δεν είμαι ο Τζον Κέιτζ. Είμαι ένα καθημερινός εργάτης, μια μαία, και το μωρό θα γεννιόταν ούτως ή άλλως, απλώς εγώ το βοηθάω – και πάλι μόνο εάν χρειάζεται βοήθεια ή προστασία.
Ολο το σύμπαν, μια επιρροή
Οι αναφορές κι οι επιρροές μου είναι τα πάντα, όλες οι ταινίες, τόσα πολλά πράγματα, από διάφορες χώρες, διάφορες εποχές, στιλ, φόρμες. Είμαι πολύ ανοιχτός στα πάντα κι όλα με επηρεάζουν. Είδα την πρώτη μου ταινία στην ηλικία των 14 – στα χωριά δεν υπήρχαν σινεμά κι έβλεπα μόνο εμπορικό σινεμά, τίποτα ποιητικό ή αβανγκάρντ, όπως όταν πήγα στη Νέα Υόρκη.
Το μόνο που γνώριζα ήταν το εμπορικό σινεμά, δεν ήξερα ότι υπήρχε κάτι άλλο, οπότε ήθελα να γίνω εμπορικός σκηνοθέτης. Οταν έφτασα στη Νέα Υόρκη, ανακάλυψα ότι υπήρχαν πολλές μορφές σινεμά. Και πάρα πολύ γρήγορα ακολούθησα τις ανεξάρτητες μορφές.
Νομίζω ότι το «ημερολογιακό» σινεμά που κάνω τώρα είναι μια αφηγηματική φόρμα, αλλά είναι μια μοντέρνα αφήγηση, βασισμένη στους ανθρώπους. Αν προβάλεις όλες τις ταινίες μου μαζί, ξεκινώντας από το 1965 ώς τώρα, είναι ένα μεγάλο έπος, με ανθρώπους να μπαινοβγαίνουν, να γεννιούνται, να μεγαλώνουν, να πεθαίνουν, να έρχονται καινούργιοι. Είναι μια μεγάλη, μοντέρνα αφήγηση και μέσα της υπάρχουν και μικρά ποιήματα.
Το μέλλον της αβανγκάρντ είναι και το μέλλον του σινεμά γενικώς. Ολες οι φόρμες συνδέονται σ’ ένα συνεχές κι επηρεάζονται από τις αλλαγές στην τεχνολογία, στον τρόπο ζωής της ανθρωπότητας, της σκέψης, κινούνται ασταμάτητα προς τα μπροστά, από την αρχή, ώς τώρα κι έτσι θα συνεχίσει.
Η αλλαγή στην τεχνολογία είναι τόσο σημαντική όσο η αλλαγή που έφερε ο Γουτεμβέργιος, η διανομή ταινιών έχει γίνει πολύ εύκολη, αυτό που θα δεις εσύ, το βλέπουν οι φίλοι σου στο Μπουένος Αϊρες τρία λεπτά αργότερα και το συζητάτε στη Νέα Υόρκη.
Η ανταλλαγή ταινιών και απόψεων σε σχέση με το ’60 και το ’70 είναι τόσο πιο εύκολη, αντί να κουβαλάς το στυλό σου στην τσέπη, κουβαλάς την κάμερά σου, είναι το ίδιο πράγμα. Οι αλλαγές στην τεχνολογία εκπορεύονται από τις δικές μας ανάγκες, καθώς προχωράμε μπροστά και παρατηρούμε νέες ιδέες, που χρειάζεται ν’ αποτυπώνουμε με νέα μέσα.
Τα εργαλεία κι η ζωή προχωρούν μαζί. Φτιάξαμε αεροπλάνα και διαστημόπλοια γιατί ονειρευτήκαμε να πάμε σε άλλους τόπους, άλλους πλανήτες. Το ίδιο ισχύει για τα ταξίδια της σκέψης μας. Και δεν μπορούμε να ξέρουμε τι θα έρθει μετά, αλλά σίγουρα η ψηφιακή καταγραφή της πραγματικότητας δεν είναι το τελευταίο βήμα, δεν θα σταματήσουμε εκεί. Αλλωστε, η ανθρώπινη πραγματικότητα δεν σταματά στην ορατή πραγματικότητα.
Η κριτική ματιά – το εμπορικό, το ανεξάρτητο και η έντιμη αποτυχία
Στη Νέα Υόρκη, το ’60, εμφανίζονταν οι νέες φόρμες στο σινεμά, οι ποιητές του σινεμά και χρειαζόταν να γίνουν αντιληπτοί, να ακουστούν, γιατί το περισσότερο γράψιμο στη Νέα Υόρκη τότε, στις εφημερίδες, παντού, ήταν μόνο για το εμπορικό σινεμά.
Αλλά γεννιούνταν πολλά καινούργια πράγματα και κάποιος έπρεπε να μιλήσει γι’ αυτά, γι’ αυτό και ξεκίνησα την κινηματογραφική στήλη μου στη Village Voice. Για να τα φέρω στην αντίληψη του κοινού. Γιατί αν δω κάτι όμορφο, που μου δίνει ικανοποίηση, ή μ’ ενθουσιάζει, θέλω να το δουν κι οι άλλοι και να ενθουσιαστούν εξίσου. Ηθελα να μοιραστώ αυτά τα νέα πράγματα με άλλους. Εγραφα μόνο για ό,τι μου άρεσε, ό,τι πίστευα πως μπορούσαν να δουν και άλλοι και να τους δώσει αισθητική ικανοποίηση.
Ο,τι μου άρεσε τότε, μου αρέσει και τώρα, όταν υπάρχει μια ιδέα, ένα περιεχόμενο, κάτι ιδιαίτερο, μια ένταση, μια ενέργεια που μου προσφέρει κάτι, ως άνθρωπο. Στην Αμερική υπάρχει το εμπορικό σινεμά και το ανεξάρτητο σινεμά, και στο καθένα υπάρχει μια ποικιλία, υπάρχουν τα Οσκαρ. Φέτος βραβεύτηκε, εκπροσωπώντας το εμπορικό σινεμά, αυτό το «La La Land». Το είδα, μου θύμισε τις ταινίες του Φρεντ Αστέρ ή του Μπάσμπι Μπέρκλεϊ, άρχισα να το συγκρίνω μ’ εκείνες τις ταινίες και, για να πω την αλήθεια, είδα είκοσι λεπτά και μου ήταν αρκετά. Δεν ήθελα να δω άλλο.
Ομως πήγα να δω την τελευταία ταινία του Τζιμ Τζάρμους, το «Πάτερσον», κι είναι πανέμορφη, γεμάτη ποίηση, φτιαγμένη μ’ έναν λεπτό, απλό, ανεπιτήδευτο τρόπο, με λίγα χρήματα, είναι μια τέλεια μικρή ταινία, ένα μίνι αριστούργημα. Μετά, είδα μια μεγάλη, εμπορική ταινία για την Εμιλι Ντίκινσον (το «A Quiet Passion» του Τέρενς Ντέιβις), την ποιήτρια, πήγαμε να τη δούμε κι υποφέραμε για επτά λεπτά κι αναγκαστήκαμε να φύγουμε, ήταν τόσο μπανάλ, ένας βανδαλισμός αυτής της σπουδαίας ποιήτριας.
Υπάρχουν υπέροχες μικρές ταινίες και φρικτές μεγάλες ταινίες, κι ανάμεσά τους η διαφορά είναι μεγάλη. Κι υπάρχουν και μεγάλες ταινίες, σαν την τελευταία του Σκορσέζε, το «Silence». Το βλέπεις, είναι πολύ μεγάλο, αρκετά ακριβό, και, ταυτόχρονα, συνειδητοποιείς ότι απέτυχε, αλλά απέτυχε έντιμα, πραγματικά προσπάθησε.
Κι εύκολα συγχωρείς μια αποτυχία όταν βλέπεις ότι ο δημιουργός της προσπάθησε και πάλεψε με τον εαυτό του, μ’ ένα τεράστιο θέμα και τη δική του αίσθηση του χριστιανισμού. Σέβομαι αυτή την έντιμη αποτυχία. Καμία σχέση μ’ αυτή για την Ντίκινσον.
Εγώ απέτυχα φρικτά στην πρώτη μου ταινία, δεν απέτυχα σε καμιά άλλη. Στην πρώτη απέτυχα, γιατί υπήρξαν κάποιες άλλες επιρροές, κάποιοι άλλοι άνθρωποι που διαστρέβλωσαν την οπτική μου, επειδή εγώ δεν ήμουν τόσο σίγουρος για τον εαυτό μου.
Ναι, στην πρώτη μου ταινία, «Guns of the Trees», απέτυχα. Είχα ένα ποιητικό σενάριο, σε κάποιους άρεσε, αλλά σ’ εμένα καθόλου. Αλλά το επόμενο που έκανα, το «The Brig», αυτό δεν ήταν αποτυχία.
Η προβολή των ταινιών του Γιόνας Μέκας «Αναμνήσεις από τη Γερμανία» (1971) και «Αναμνήσεις από ένα ταξίδι στη Λιθουανία» (1972), μέρος της documenta 14, επαναλαμβάνονται στην Ταινιοθήκη την Τετάρτη 31 Μαΐου.
