Ο Φινλανδός σκηνοθέτης που έκανε φέτος το ντεμπούτο του στο Φεστιβάλ Κανών και τιμήθηκε με το Μεγάλο Βραβείο στο τμήμα «Ενα Κάποιο Βλέμμα» έχει κοινά στοιχεία με τον συμπατριώτη του Ακι Καουρισμάκι: οι ήρωές του καπνίζουν συνέχεια (είναι βέβαια και η δεκαετία του ’60), το χιούμορ τους έχει κυνισμό, η τρυφερότητά τους αδεξιότητα κι ο κόσμος τους είναι, έστω σε αντίξοες συνθήκες, γεμάτος αγάπη.
Ο Γιούχο Κουοσμάνεν αποφάσισε για την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, «Η πιο ευτυχισμένη μέρα στη ζωή του Ολι Μάκι», να μεταφέρει στην οθόνη, σε ασπρόμαυρο φιλμ 16mm, ένα κομμάτι από τη ζωή του πιο διάσημου Φινλανδού μποξέρ, του Ολι Μάκι, που όταν πλησίασε πραγματικά τον πρωταθλητισμό, ένιωσε μια άλλη δύναμη να τον τραβά μακριά από τις προπονήσεις: τον έρωτά του για την όμορφη Ράγια. Η ταινία του, γεμάτη ρομαντισμό, χιούμορ και τα παρασκήνια του κόσμου του μποξ, είναι ένα σοφό φιλμ για την εποχή της αθωότητας.

«Η μεγαλύτερη πρόκληση στο να κάνεις μια ταινία για ένα υπαρκτό πρόσωπο, είναι να επιλέξεις ένα χρονοδιάγραμμα» λέει ο Κουοσμάνεν, εξηγώντας την προσέγγισή του. «Συνήθως οι κινηματογραφικές βιογραφίες προσπαθούν να πουν τα πάντα και καταλήγουν να μη λένε τίποτα. Εγώ ένιωσα ότι δεν κάνω μια βιογραφία, αλλά ένα πορτρέτο, ώστε να έχω μεγαλύτερη ελευθερία κι επίσης να μην είμαι αναγκασμένος να μεταφέρω όλα τα βαρετά στατιστικά στοιχεία της ζωής του Ολι.
Επέλεξα να επικεντρωθώ στο πνεύμα αυτού του ιδιάζοντος μποξέρ. Νομίζω ότι οι βιογραφίες είναι τόσο εύκολες και τόσο δύσκολες όσο όλες οι ταινίες. Αν συνδεθείς με το θέμα σου, η δουλειά σου γίνεται ευκολότερη. Βρήκαμε ένα πεδίο εμπιστοσύνης μεταξύ των συντελεστών της ταινίας και του Ολι και της Ράγια. Υποστήριξαν την ταινία με γλυκύτητα κι έτσι καταλάβαμε ότι δεν θα τους κάνουμε κακό».
Παρότι είναι μια ταινία για το μποξ, οι σκηνές βίας στο ρινγκ είναι σχεδόν ανύπαρκτες στο φιλμ. «Αυτό το επέλεξα γιατί ο Ολι ως άνθρωπος είναι εναντίον της βίας» σχολιάζει ο Κουοσμάνεν. «Ακόμη κι ως μποξέρ αρνούνταν να κερδίσει τους αντιπάλους του με νοκ άουτ. Μια φορά που χρειάστηκε να το κάνει, το κοινό ενθουσιάστηκε, αλλά ο Ολι είπε ότι αυτό δεν ήταν πια μποξ, ήταν καβγάς. Ηταν ένας ιδιαίτερος μποξέρ κι έτσι θελήσαμε να κάνουμε μια ιδιαίτερη ταινία γι’ αυτόν».
Ο Τζάρκο Λάτι, ο πρωταγωνιστής της ταινίας, μοιάζει φτιαγμένος για να ενσαρκώσει τον κεντρικό, ακαταμάχητο και πολυδιάστατο ρόλο και όχι τυχαία. «Ηταν ένας από τους πρώτους ανθρώπους στους οποίους μίλησα για την ιδέα μου να κάνω μια ταινία για τον Ολι Μάκι» λέει ο Κουοσμάνεν. «Αυτό ήταν το 2011 κι ο Τζάρκο ξεκίνησε αμέσως να μαθαίνει μποξ.
Δεν ξέρω αν είχε συνειδητοποιήσει πόσο αργός είμαι, αλλά προπονούνταν όλο αυτό το διάστημα, σχεδόν πέντε χρόνια. Στο τέλος πραγματικά έμαθε καλό μποξ, αλλά μετά χρειάστηκε να μάθει και το στιλ της δεκαετίας του ’60 που ήταν λίγο διαφορετικό. Εκείνος προετοιμάστηκε για τις σκηνές του μποξ, ενώ η δική μου δουλειά ήταν να φέρω περισσότερο στην επιφάνεια αυτή τη γλυκιά πλευρά του. Είμαστε φίλοι από παιδιά, γνωρίζουμε πολύ καλά ο ένας τον άλλο. Κι αυτό βοηθάει πολύ, γιατί συζητήσαμε την ταινία και τον ρόλο του πολλά χρόνια, ώσπου καλλιεργήσαμε κι οι δυο ακριβώς την ίδια ιδέα».
Μια τόσο ρομαντική ταινία δεν θα μπορούσε παρά να είναι δημιούργημα ενός ρομαντικού ανθρώπου –όχι όμως χωρίς τη σκοτεινότερη πλευρά του. «Πιστεύω ότι η αγάπη είναι ένα από τα σημαντικότερα πράγματα στον κόσμο» λέει ο Κουοσμάνεν. «Οχι μόνο ο έρωτας, αλλά η αγάπη ακόμα και για τις μικρότερες λεπτομέρειες της ζωής είναι που την κάνει όμορφη.
Το να κάνεις ταινίες χωρίς ν’ αγαπάς το σινεμά δεν έχει νόημα. Αυτό είναι πολύ βασικό. Αυτό είναι που ομορφαίνει τις λεπτομέρειες. Και το να κυνηγάς την επιτυχία σε κάνει τυφλό σ’ αυτήν την ομορφιά. Η αγάπη σε βοηθά να βλέπεις την ομορφιά της καθημερινότητας. Δεν ξέρω, ο οπτιμισμός είναι στη φαντασία μας. Ας ελπίσουμε ότι μια μέρα θα μεταμορφωθεί σε κάτι συγκεκριμένο. Αλλά αυτή τη στιγμή -και λυπάμαι πολύ που το λέω- ανήκει στη μυθοπλασία».

Η ταινία προβάλλεται στις αίθουσες
από τη Weird Wave.
