Δεν είχε την «παραμικρή ανάμιξη» στην επιλογή του Σάκη Ρουβά για την ερμηνεία του «Αξιον Εστί», διευκρινίζει ο Μίκης Θεοδωράκης. Με ανοιχτή επιστολή του αναφέρεται στη συναυλία που διοργανώνει ο Δήμος Νέας Σμύρνης με το εμβληματικό έργο του:
«Οχι, δεν ήταν δική μου απόφαση η επιλογή του κ. Ρουβά. Την πληροφορήθηκα εκ των υστέρων, ως τετελεσμένο γεγονός, από τον μαέστρο κ. Ορφανίδη, που ανακοίνωσε στη γραμματέα μου την απόφαση του Δήμου Νέας Σμύρνης να οργανώσει τιμητική για τα 90 μου χρόνια συναυλία με το “Αξιον Εστί”, καθώς και τα ονόματα των συντελεστών, στην επιλογή των οποίων δεν είχα την παραμικρή ανάμιξη».
Ο Μ. Θεοδωράκης άδραξε την ευκαιρία και με αφορμή τη χθεσινή συγκυρία (21η Απριλίου) σχολίασε: «Η μουσική μου γνώρισε κατά καιρούς απαγορεύσεις από χούντες, κόμματα, πολιτικές νεολαίες, εφημερίδες, τηλεοράσεις… Πώς να ξεχάσω την επιστολή, ακόμα και των δικηγόρων του Ελύτη, την εποχή που ήμουν γενικός διευθυντής Μουσικών Συνόλων της ΕΡΤ, στην οποία όπως έγραφαν, “δεν ήταν σίγουροι για την ποιότητα της εκτέλεσης” (κι ας ήμουν εγώ στο πόντιουμ του μαέστρου και ο Μπιθικώτσης στον ρόλο του λαϊκού τραγουδιστή…). Ελληνικές δισκογραφικές εταιρείες που πλούτισαν από το έργο μου, απέσυραν συχνά τους δίσκους μου από το εμπόριο, ενώ τραγουδιστές, για πολιτικούς ή άλλους λόγους, διέγραφαν τα έργα μου από το ρεπερτόριό τους».
Και συνεχίζει με το πόσο έχει αδικηθεί: «Τι θέλετε να σκεφτώ, όταν βλέπω το έργο μου να μην υπάρχει στη χώρα μου; Και πώς να υπάρχει όταν βρίσκεται επί δεκαετίες ολόκληρες αντιμέτωπο με καταστάσεις σαν αυτές που ανέφερα πιο πάνω, με την ανοχή (στην καλύτερη περίπτωση) και τη σιωπή του θεωρούμενου προοδευτικού χώρου, δηλαδή τουλάχιστον του 60% του λαού μας;».
Οσο για το αν ο Ρουβάς ταιριάζει ή όχι στο «Αξιον Εστί», ο συνθέτης απαντά εμμέσως πλην σαφώς: «Η έννοια της υποκουλτούρας για μένα είναι διαφορετική απ’ ό,τι για κείνους. Είναι φυσικό να θεωρώ τη γενικευμένη ηθική υποκουλτούρα, στην οποία καταδικάστηκα να ζω, ως απείρως χειρότερη από εκείνη που σχετίζεται με την Τέχνη».
