ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Θανάσης Γιαλκέτσης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Αμερικανός ψυχολόγος Τζόναθαν Χάιντ είναι καθηγητής στο Stern School of Business του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης. Στη γλώσσα μας κυκλοφορεί το βιβλίο του «Η γενιά του άγχους» (Παπασωτηρίου, 2024), με το οποίο προειδοποιούσε για τους κινδύνους που απειλούν την ψυχική υγεία των εφήβων (αύξηση του ποσοστού του άγχους και της κατάθλιψης), εξαιτίας της σχέσης που αναπτύσσουν με τις νέες τεχνολογίες της επικοινωνίας.

Οι νέοι σήμερα περνούν πολλές ώρες καθημερινά προσηλωμένοι στα κινητά τους τηλέφωνα, συνδεδεμένοι με το διαδίκτυο και με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Δεν απομένει επομένως χρόνος για άμεσες επαφές με φίλους, για ελεύθερο παιχνίδι ή για την ανάγνωση βιβλίων, για εκείνες δηλαδή τις πολύτιμες εμπειρίες που είναι αναγκαίες για μια ψυχικά πιο υγιή ενηλικίωση. Η ψυχολογία μελετάει μεταξύ άλλων και όσα μπορούν να δώσουν νόημα στη ζωή του ανθρώπου. Αυτό το ζήτημα οδήγησε τον Χάιντ να ενδιαφερθεί για τα ηθικά θεμέλια που προσδιορίζουν την «καλή ζωή» σε κάθε κοινωνία. Κατέληξε έτσι στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν ορισμένες θεμελιώδεις αρχές της ηθικής, που όλοι οι άνθρωποι αναγνωρίζουν ανεξάρτητα από τον πολιτισμό στον οποίο ανήκουν.

Μιλώντας στο γαλλικό περιοδικό Sciences Humaines (Μάιος 2026), ο Χάιντ εξηγεί τις θέσεις του: «Άντλησα αυτή την ιδέα εν μέρει από τον μεγάλο Ολλανδό ηθολόγο Φρανς ντε Βάαλ, συγγραφέα του βιβλίου “Le bon singe” (1996), ενός έργου που άλλαξε την αντίληψή μου για την ηθική. Σύμφωνα με τον Ντε Βάαλ, οι χιμπατζήδες διαθέτουν ορισμένα ηθικά θεμέλια, ένα από τα οποία είναι η ενσυναίσθηση που προκύπτει από τον δεσμό μητέρας-τέκνου. Μου φανερώθηκε έτσι καθαρά ότι είμαστε θηλαστικά προικισμένα με ένα σύστημα πρόσδεσης, που μας ωθεί να φροντίζουμε συναισθηματικά τα παιδιά μας και, κατ’ επέκταση, άλλα ευάλωτα πλάσματα που υποκινούν την ενσυναίσθησή μας. Δεν πρόκειται για μια πολιτισμική επινόηση, αλλά για έναν βιολογικό μηχανισμό έμφυτο σε όλα τα θηλαστικά. Ιδού λοιπόν ένα πρώτο θεμέλιο.

Η δικαιοσύνη είναι ένα δεύτερο θεμέλιο. Όλες οι κοινωνίες εξοργίζονται όταν ορισμένοι καρπώνονται περισσότερα από όσα αξίζουν. Αυτό ήταν άλλωστε ένα από τα προβλήματα του κομμουνισμού: μπορεί να ζει κανείς σε κοινότητα στους κόλπους μιας οικογένειας, όπου καθένας δίνει και δέχεται ανάλογα με τις ανάγκες του, αλλά από τη στιγμή που οι σχέσεις επεκτείνονται σε άλλες ομάδες, ανακαλύπτουμε ότι ορισμένοι παίρνουν περισσότερα από όσα δίνουν, πράγμα που προκαλεί την οργή των άλλων. Έτσι προσέγγισα την ηθική: εξετάζοντας τα συστατικά της στοιχεία, τα θεμέλια πάνω στα οποία η κουλτούρα οικοδομεί έπειτα ένα γιγάντιο τακτοποιημένο οικοδόμημα.

Ερευνώντας την εξέλιξη της ηθικής
Ο Αμερικανός ψυχολόγος Τζόναθαν Χάιντ υποστηρίζει πως «Η τεχνητή νοημοσύνη επιτίθεται στις σχέσεις μας, στους συναισθηματικούς δεσμούς μας, πράγμα που αποδεικνύεται εξαιρετικά επικίνδυνο και τρομερό για τα παιδιά».

Ο έσχατος σκοπός της ηθικής είναι βέβαια να κατορθώσουμε να συμβιώνουμε πολιτισμένα. Δεν μπορούμε όμως να τον κατανοήσουμε, αν δεν λάβουμε υπόψη μας την επιλογή ομάδας, μιαν έννοια που συζητήθηκε επί πολύ καιρό στη βιολογία. Πολλές θεωρίες, που ανάγονται στις εργασίες του βιολόγου Robert Trivers το 1971, εξηγούσαν ότι καθένας μπορεί να αναγνωρίσει τον άλλον και να θυμηθεί τις συμπεριφορές του στο παρελθόν: “Στάσου, με εξαπάτησες την προηγούμενη φορά, δεν θα συνεργάζομαι πλέον μαζί σου”. Έτσι, στο ατομικό επίπεδο, μπορεί να είναι επωφελές για ένα άτομο το να θεωρείται ότι είναι ηθικό. Και αυτό χαρακτήριζε την ηθική ψυχολογία μέχρι τώρα: μια εστίαση στο ατομικό επίπεδο.

Διαβάζοντας όμως έργα της ανθρωπολογίας, μεγάλο μέρος των οποίων πραγματεύεται την ένταξη στη φυλή, την ομαδική αφοσίωση, περίπλοκα τελετουργικά σεβασμού των αρχών, αλλά και διατροφικά ή άλλα ταμπού, ενδιαφέρθηκα για την κοινωνικοποίηση. Γιατί οι άνθρωποι είναι τόσο αγελαίοι; Ο Δαρβίνος ακολούθησε ακριβώς τον ίδιο δρόμο, προσπαθώντας να κατανοήσει την εξέλιξη της ηθικής. Παρατήρησε ότι μια ομάδα προσώπων, που συνδέονται με δεσμούς αφοσίωσης, υπερέχει μιας άλλης ομάδας που δεν διαθέτει αυτή την αφοσίωση. Μια ομάδα εμπνεόμενη από συναισθήματα της φυλής, προικισμένη με μια ψυχολογία της φυλής, μπορεί να μείνει ενωμένη και να αποκαλυφθεί ισχυρότερη απέναντι σε άλλες ομάδες.

Γι’ αυτό, στο βιβλίο μου The Righteous Mind, υποστηρίζω ότι δεν καταγόμαστε μόνον από άτομα που είχαν τη μεγαλύτερη επιτυχία αναπαραγωγής, αλλά ότι καταγόμαστε από ομάδες που εξολόθρευσαν τις άλλες ομάδες, τις άφησαν να πεθάνουν από πείνα, λεηλατώντας τους πόρους τους, το νερό, την τροφή τους. Ιδού γιατί είμαστε κοινωνικές ομάδες. Η ηθική μας κρίση άλλωστε εξαρτάται από τους κοινωνικούς και πολιτικούς θεσμούς.

Η ηθική των κυνηγών-τροφοσυλλεκτών, πολύ εξισωτική, δεν λειτουργεί παρά μόνο σε κοινωνίες πολύ μικρής κλίμακας. Από τη στιγμή που αυτές μεγαλώνουν ή που αναπτύσσεται η γεωργία, βλέπουμε να εμφανίζονται αρχηγοί. Οι κοινωνίες καταλήγουν να κυριαρχούνται από έναν άνθρωπο. Μολονότι θα μπορούσε να κάνει και καλά πράγματα για την ομάδα, αυτός ο αρχηγός έχει την τάση να σφετερίζεται το μεγαλύτερο μέρος των πόρων, να κρατάει για τον εαυτό του τις πιο ωραίες γυναίκες, να είναι πολύ εγωιστής. Αυτό το μοντέλο ήταν σχετικά σταθερό. Αλλά στον 18ο αιώνα, στη Δύση, εμφανίστηκαν νέες ιδέες σχετικά με τον τρόπο της ανθρώπινης συμβίωσης, ιδέες φιλοσοφικές, χωρίς βαθιές ρίζες στην ψυχολογία μας. Για παράδειγμα: “Όποια και αν είναι η ομάδα στην οποία ανήκετε, όποια και αν είναι η φυλή σας, όλοι σας έχετε ίσα δικαιώματα”. Επρόκειτο για λαμπρές και ανανεωτικές φιλοσοφικές ιδέες, που επέτρεψαν την ανάδυση κοινωνιών με τις καλύτερες επιδόσεις στην ιστορία της ανθρωπότητας. Οι φιλελεύθερες δημοκρατίες της Ευρώπης, της Βόρειας Αμερικής, της Αυστραλίας και της Νέας Ζηλανδίας ήταν οι πιο ευημερούσες κοινωνίες που δημιούργησε ποτέ η ανθρωπότητα, καθώς εγγυούνταν ελευθερία, δικαιώματα των γυναικών και των σεξουαλικών μειονοτήτων, προστασία του περιβάλλοντος κ.ά.

Σήμερα μπαίνουμε σε μιαν εποχή μειζόνων τεχνολογικών ανατροπών, ενδεχομένως ασύμβατων με τους θεσμούς που δημιουργήθηκαν στην εποχή του Γουτεμβέργιου. Όλες οι πρόοδοι που επιτεύχθηκαν μέχρι τώρα κατέστησαν δυνατές χάρη στην έλευση του βιβλίου, την επιστημονική επανάσταση, τον Διαφωτισμό, τον Τύπο. Η δημοκρατία είναι ένας διάλογος και όσο αυτός ο διάλογος ήταν ανοιχτός στην εμφάνιση βιβλίων και εφημερίδων, αναπτύξαμε τις φιλελεύθερες δημοκρατίες. Αυτή η εποχή όμως έχει περάσει. Η εποχή του Γουτεμβέργιου τέλειωσε. Έχουμε μπει ήδη στην ψηφιακή εποχή και ίσως δεν θα μπορούμε πλέον να γνωρίσουμε αυτό που είναι αληθινό. Έτσι πολλά πράγματα καταρρέουν, πολλά παρακμάζουν, οι θεσμοί δυσλειτουργούν. Μέσα σε αυτό το χάος, ένας ισχυρός άνδρας μπορεί να εμφανιστεί και να ανατρέψει τα πάντα στο διάβα του, χωρίς κανείς να μπορεί να τον σταματήσει. Φοβάμαι ότι ακριβώς αυτό συμβαίνει σήμερα στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Αυτό που είναι επίσης πολύ ανησυχητικό είναι ότι η εξουσία της διάπλασης των ατόμων έχει εναποτεθεί σε κάποιους επιχειρηματικούς γίγαντες, που αιχμαλωτίζουν ήδη την προσοχή ολόκληρου του κόσμου. Και οι οποίοι, με την τεχνητή νοημοσύνη, σύντομα θα ελέγχουν τις περισσότερες από τις σχέσεις μας. Η τεχνητή νοημοσύνη συνεπάγεται πολύ σοβαρούς κινδύνους εξάλειψης της ανθρωπότητας με πολλαπλά μέσα. Ο κίνδυνος στον οποίο επικεντρώνομαι, και είναι ο πιο εύκολα διαχειρίσιμος, είναι εκείνος που αφορά τα παιδιά. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν διεισδύσει στα μάτια μας και στα αυτιά μας και έχουν συγκεντρώσει την προσοχή μας. Αποτέλεσμα: οι σημερινοί νέοι δεν έχουν πλέον ελεύθερο χρόνο, γιατί περνούν εφτά έως εννέα ώρες καθημερινά στα κινητά τους τηλέφωνα. Και αυτό έχει συμβεί μέσα σε είκοσι χρόνια. Η τεχνητή νοημοσύνη όμως επιτίθεται τώρα στις σχέσεις μας, στους συναισθηματικούς δεσμούς μας, πράγμα που αποδεικνύεται εξαιρετικά επικίνδυνο και τρομερό για τα παιδιά, επειδή αυτά έχουν ανάγκη να αναπτύξουν συναισθηματικό δεσμό με τους γονείς τους, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν μιαν έμπιστη βάση ασφάλειας, προς την οποία να στραφούν σε περίπτωση προβλήματος.

Οι γονείς όμως είναι σήμερα και αυτοί πολύ απασχολημένοι με τα κινητά τους τηλέφωνα. Συχνά δεν απαντούν στα παιδιά τους που τους χρειάζονται. Η τεχνητή νοημοσύνη είναι πολύ ανεύθυνη: πάντοτε έτοιμη να βοηθήσει, απειλεί να δημιουργήσει έναν δεσμό ανάμεσα στα παιδιά και στα chatbots μάλλον παρά με τους ανθρώπους…».