Οι υποκλοπές μόνο ένα ακόμα «σκάνδαλο της επικαιρότητας» δεν ήταν. Μια ευθεία δοκιμασία για τη δημοκρατία – αυτό ήταν, είναι και θα είναι: πολιτικοί αρχηγοί, υπουργοί, στρατιωτικοί, δημοσιογράφοι βρέθηκαν στο στόχαστρο κρατικών παρακολουθήσεων ή, αλλιώς, του παράνομου λογισμικού Predator. Το κρίσιμο ερώτημα δεν ήταν μόνο ποιος άκουγε, αλλά ποιος έδωσε την εντολή, ποιος ωφελήθηκε και ποιος ανέλαβε να σβήσει τα ίχνη. Το ποιος θα έκανε τα πάντα για όλα αυτά το είπε μόνος του τις προάλλες σαν παραδέχτηκε πως θα έκανε τα πάντα «για να προστατεύσει το αφεντικό».
Μιλάμε με όρους μαφίας; Θα θέλαμε. Παρακράτος είναι. Τουτέστιν, ακόμα χειρότερα. Υπάρχει βέβαια η πρωτόδικη καταδίκη τεσσάρων ιδιωτών. Ωστόσο, το σκέλος που αφορά πιθανή εμπλοκή κρατικών υπηρεσιών έχει ήδη τεθεί οριστικά στο αρχείο, παρά τις νέες αποκαλύψεις. Η δευτεροβάθμια δίκη των καταδικασθέντων έχει οριστεί για τις 11/12/2026, ενώ ο κίνδυνος παραγραφής παραμένει υπαρκτός.
Δεν πρόκειται μόνο για παραβίαση του απορρήτου. Το βαθύτερο σκάνδαλο είναι πως όχι μόνο πολίτες και θεσμικοί παράγοντες παρακολουθήθηκαν, αλλά ότι η Πολιτεία κινδυνεύει να κλείσει τον φάκελο χωρίς να απαντήσει στο βασικό ερώτημα της δημοκρατίας: Ποιος βρισκόταν πίσω από το σύστημα παρακολούθησης; Πρόκειται για μηχανισμό που μπορεί να αλλοιώσει πολιτικές αποφάσεις, να εκβιάσει πρόσωπα, να τρομοκρατήσει πηγές και να μετατρέψει τη δημοσιογραφία σε επάγγελμα υπό επιτήρηση. Γι’ αυτό και αυτή η υπόθεση αφορά κάθε πολίτη απολύτως απόλυτα.
