ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Μαρία Μαθιουδάκη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Όταν ήμασταν παιδιά, ο ύπνος έμπαινε στο δωμάτιο από τη χαραμάδα της πόρτας. Περνούσε πάνω από τα παιχνίδια μας, τα καληνύχτιζε ένα ένα κι έπειτα, αθόρυβα, έκοβε τις σκέψεις μας στη μέση και τις έκανε όνειρα. Πάνω που είχαμε αποφασίσει ότι αύριο θα αλλάζαμε τον κόσμο πάνω σ’ ένα ποδήλατό, με δυο αυτοκόλλητα και μια πέτρα που έμοιαζε με πολύτιμο θησαυρό, καθόταν πάνω στα μάτια και τα βάραινε μέχρι την επόμενη μέρα.

Τον βλέπαμε κάθε βράδυ πίσω από το παράθυρο. Ήταν το πρώτο μας σινεμά. Μια τετράγωνη οθόνη, με φεγγάρι, καλώδια και κεραίες και πού και πού μια γάτα που περνούσε δειλά από τις ταράτσες. Ήταν και η πρώτη συνειδητοποίηση ότι ο κόσμος μπορεί να συνεχίζεται και χωρίς εμάς.

Πως η νύχτα έχει τις δικές της δουλειές. Πως οι μεγάλοι μιλάνε χαμηλόφωνα στην κουζίνα, λες και θέλουν να κρύψουν τη ζωή από τα παιδιά, ενώ στην πραγματικότητα, προσπαθούσαν κι αυτοί να τη συλλαβίσουν.

Από τότε, μάλλον, άρχισε και αυτή η μανία μου να δίνω αλλιώτικα ονόματα στα πράγματα. Το κλειδί του μπαμπά στο πανέρι που παρατούσαμε τα κλειδιά λεγόταν «σιγουριά». Η κουρτίνα λεγόταν «θάλασσα» γιατί φούσκωνε με τον αέρα. Η μοναξιά λεγόταν «Τρίτη», χωρίς να φταίει σε τίποτα η Τρίτη.

Σαν να έβαζα εκείνες τις μικρές χρωματιστές ετικέτες των σχολικών τετραδίων σε έναν κόσμο που άλλαζε συνεχώς μορφή και ονόματα. Η γη συνέχιζε έτσι να γυρίζει, τα πανέρια να αδειάζουν, οι άνθρωποι να φεύγουν και οι μέρες της εβδομάδας να χωράνε μέσα σε ένα Σαββατοκύριακο.

Ύστερα ήρθε το γράψιμο. Στην αρχή σαν παιχνίδι, μετά σαν ανάγκη και ύστερα ως τρόπος να μη χαθώ εντελώς μέσα στις εκδοχές των άλλων. Ξεκινάς να γράφεις επειδή μια μέρα βρέθηκες κάπου και δεν σε παρατήρησε κανείς. Ή είδες κάτι που κανείς δεν κοίταξε προς τη μεριά του. Επειδή πέρασες από έναν δρόμο, αγάπησες ένα μπαλκόνι, φοβήθηκες σε ένα λεωφορείο, ντράπηκες σε ένα τραπέζι, γέλασες εκεί που έπρεπε να παραμείνεις σιωπηλός.

Συνήθως, κοιτάζοντας πίσω όλα φαίνονται πιο τακτοποιημένα απ’ ό,τι υπήρξαν. Η μνήμη έχει αυτό το περίεργο ταλέντο να σιδερώνει τα σεντόνια των γεγονότων. Ομως, δεν είναι κακό να μιλήσεις και για τα κουβαριασμένα σεντόνια του παρόντος.

Γι’ αυτό γράφουμε. Φωτογραφίζουμε με λέξεις τη δική μας οπτική των σημαντικών για μας ασήμαντων. Τη βροχή που πέφτει πάνω στη θάλασσα χωρίς να τη χρειάζεται. Το παιδί που δεν ήθελε να κοιμηθεί γιατί φοβόταν πως, όσο εκείνο ονειρεύεται τον κόσμο, ο κόσμος θα αλλάξει θέση.

Και είχε δίκιο. Ο κόσμος αλλάζει θέση κάθε νύχτα. Εμείς οφείλουμε να ανάβουμε, παρ’ όλα αυτά, ένα μικρό φως στο σκοτάδι. Σαν υπόσχεση ότι δεν θα γίνουμε κι εμείς ένα με το σκοτάδι. Κι ας έχουμε πού και πού τη μανία να ανακαλούμε καλοσιδερωμένες μνήμες.

*Πολιτική επιστήμονας – τραγουδοποιός