Χρήστος Αγγελάκος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οι «Ψηφίδες της πόλης» είναι μια βόλτα δύο φίλων, του συγγραφέα Χρήστου Αγγελάκου και του φωτογράφου Βασίλη Μαθιουδάκη, σε πρόσωπα που τους εμπνέουν και στις προσωπικές τους στιγμές στο αθηναϊκό περιβάλλον. Μια προσπάθεια να δοθεί πρόσωπο στην απρόσωπη πόλη. Η βόλτα γίνεται μ’ ένα παλιό τζιπάκι, που τα παράθυρά του ανοίγουν με χερούλια και δεν έχει κλιματισμό. Ζέστη στη ζέστη, κρύο στο κρύο, οι πιο άβολες προϋποθέσεις φτιάχνουν το καλύτερο ταξίδι. Φτάνει ο δρόμος να είναι καλός.

Από το «Ελενα» μέχρι το ισόγειο διαμέρισμα της Πλουτάρχου την πήγανε αγκαλιά. Μπορεί στο αμάξι του πατέρα της -που τότε τα λέγανε κούρσες-, μπορεί σ’ ένα ασπρόμαυρο ταξί.

Το σπίτι μυρίζει μαμά, γιαγιά, χάντρες κι αγριομέταξα. Τη δεύτερη μέρα περπάτησε και πήρε θέση στο παράθυρο. Ενα κεφάλι που έπλεε σε μια μεγάλη κορνίζα.

Σύντομα έγραψε το πρώτο της έργο και το ονόμασε «Μαντεψιές»: Ποιος θα περάσει πρώτος; Τι θα είναι; Νέος ή γέρος; Με σακάκι ή χωρίς; Λυπημένος ή ξέγνοιαστος;

Υστερα σκηνοθέτησε και ταινίες με εικόνες του δρόμου. Φανταστικά ντοκιμαντέρ, όπου το cut γινόταν μ’ ένα ανοιγοκλείσιμο των ματιών.

Κι ύστερα βγήκε ένα βράδυ, ξυπόλυτη, με το νυχτικό, στο φανάρι της Βασιλίσσης Σοφίας για να χαζέψει την κίνηση.

Εκείνη τη νύχτα έγινε πρωταγωνίστρια. Η παράσταση δόθηκε για έξι συνεχείς σεζόν και ο ρόλος της ήταν το «Κορίτσι Μπαταρία».

Πήγαινε στη Γυναίκα-Θυρωρείο και κρυβόταν στη ζεστασιά της. Πέρναγε μια νάιλον κλωστή από την τρύπα μιας δεκάρας και την έριχνε στον δρόμο.

Μόλις έκανε να την πιάσει ο περαστικός, εκείνη τραβούσε την κλωστή και η δεκάρα πετούσε στον αέρα, κι όταν ξαναγύρισε στα χέρια της την είπε «Η προσευχή του ελάχιστου».

● Θα ξεκινήσω με μια χαζή ερώτηση. Είσαι ευχαριστημένη που γεννήθηκες; Γιατί εγώ μερικές φορές δεν είμαι.

Οπως και ο Μπέκετ, κι αυτός κάτι τέτοια λέει συνέχεια. Εχω την εντύπωση ότι ο γυναικείος νους ή τουλάχιστον ο δικός μου δεν περνάει από τέτοιες σκέψεις. Δηλαδή, είναι μια ερώτηση…

● Για μένα είναι απλή.

Οι ερωτήσεις που μου θέτω αφορούν το τι μπορώ να κάνω με ό,τι έχω. Δηλαδή, είναι γεγονός, γεννήθηκα, από κει και πέρα αναρωτιέμαι τι θα φτιάξω με αυτά που κρατάω στα χέρια, τι παιχνίδι θα παίξω.

Ενα βράδυ σε μια συντροφιά, περνώντας στις ιστορίες, η Ολια είπε ότι μεγάλωσε εσώκλειστη στο οικοτροφείο του Αρσακείου. Ενα μοναχικό διάστημα έξι χρόνων, όλο το Δημοτικό. Ενας φίλος τη ρώτησε αν της γεννήθηκε τότε η ιδέα να βγει μια μέρα στο θέατρο. Η Ολια του απάντησε «όχι, αλλά τότε έφτιαξα έναν μυστικό κήπο».

● Ενας μυστικός κήπος που φτιάχνεται την ώρα που κλείνουν τα φώτα στους κοιτώνες;

Ακριβώς αυτό συνέβη. Και δεν τροφοδοτεί μόνο τη σχέση μου με το θέατρο, αλλά και τη σχέση μου με τη ζωή.

● Δώσε μου ένα στοιχείο απ’ αυτόν τον κήπο, ένα λουλούδι, λόγου χάρη.

Το δικό μου γαϊδουράγκαθο. Ενα λουλούδι που το έφτιαξα μόνη μου, όπως ήμουν κι εγώ μέσα μου εκείνο τον καιρό. Το γαϊδουράγκαθο δεν γίνεται εύκολα φίλος σου, είναι λίγο παράξενο, πρέπει να του δοθείς και να το πλησιάσεις. Τότε ίσως να το καταλάβεις και να το αγαπήσεις και να σε αγαπήσει κι αυτό. Δεν ήμουνα εύκολο κοριτσάκι, είχα νύχια, δόντια… ήμουν αγρίμι. Επαιρνα δύναμη από αυτό το παράξενο, ανάποδο λουλούδι, γινόμουν ανάποδη κι εγώ, μια και είχα λίγο αναρχική φύση από πολύ μικρή…

● Την έχεις ακόμα;

Σίγουρα υπάρχει, δεν αλλάζω, δεν αλλάζουν τα δομικά μας στοιχεία. Αλλά γίνεται χώρος μέσα μας, σ’ αυτό τον κήπο, και για πολλά άλλα· που τα γέννησε αυτό το λουλούδι.

● Γέννησε ρόλους και γραπτά δικά σου;

● Στην «Προσευχή του ελάχιστου» εξερευνάς τη φύση του αγριμιού;

Ξεκινάς από τις σκοτεινές σου περιοχές και πηγαίνεις στις πιο φωτεινές, αλλά το σημείο εκκίνησης βρίσκεται στις πρώτες. Οταν λέω σκοτεινές, δεν εννοώ μαύρες· ίσως τις πιο ανεξερεύνητες, γιατί συνήθως είναι και οι πιο δημιουργικές, οι πιο γόνιμες.

● Τη Γουίνι, στις «Ευτυχισμένες μέρες», δεν τη διάλεξες εσύ, τη διάλεξε για σένα η σκηνοθέτις, η Σύλβια Λιούλιου. Μπορείς να φανταστείς τι έβλεπε; Την έχεις ρωτήσει;

Το έχουμε κουβεντιάσει. Νομίζω πως έβλεπε την ελαφρότητα της βαρύτητας ή το βάρος της ελαφρότητας. Την εμπεριέχω αυτή την αντίθεση και σαν άνθρωπος. Ας την πω καλύτερα αντιφατικότητα – νομίζω ότι την έχει και η Γουίνι. Σ’ αυτήν ας προσθέσω και το στοιχείο της κλοουνερί…

● Πες μου μια φράση που όταν χάνεσαι στο κείμενο του Μπέκετ γραπώνεσαι απ’ αυτήν για να ξανανέβεις στην επιφάνεια.

«Μακρά παύση». Τη γράφει μέσα στο κείμενο, πρέπει να τη λέει και ο ηθοποιός.

● Ανάγκη για σιωπή;

Η μακρά παύση είναι ένας κόσμος ιδιωτικός, τη στιγμή που ειπώνεται, και ταυτόχρονα κόσμος ανάσας. Ανοίγεται ένας κενός χώρος ξαφνικά…

● Και σε περιβάλλει;

Ναι, σου δίνει μια ελευθερία να είσαι εκεί πέρα και ν’ απλώνεις τα μυστικά σου.

● Πού κατεβαίνει η Γουίνι; Πού ανεβαίνει;

Ολο το παιχνίδι παίζεται σε μία «οδό άνω κάτω και ωυτή», με ίσες αποστάσεις και προς τα πάνω και προς τα κάτω. Τούτη η κίνηση μοιάζει παραβολική: πώς είναι το σχήμα του σταυρού; Σε κάτι αντίστοιχο με παραπέμπει κι αυτός ο λόφος.

● Δώσε μου λίγο να το καταλάβω αυτό.

Το αντιλαμβάνομαι σαν κάτι συμβολικό. Ενας άνθρωπος μέσα στο χώμα, η Γουίνι, χωμένη ώς τη μέση, βυθίζεται διαρκώς. Εδώ βλέπω μια συμβολική εικόνα της ανθρώπινης συνθήκης. Οχι αποκλειστικά κάτι που σε ρουφάει προς τα κάτω, αλλά και κάτι που ρουφάει ταυτόχρονα τον χρόνο προς τα πάνω. Αν δεν το ένιωθα έτσι, δεν θα μπορούσα να παίξω τη Γουίνι.

● Ο κόσμος του Μπέκετ είναι ένας κόσμος χωρίς Θεό;

Ναι, σαφέστατα. Αλλά για μένα είναι ένα απόλυτο μέγεθος. Φαντάζομαι ότι με ρωτάς επειδή είμαι ένας άνθρωπος που πιστεύει.

● Κι εγώ.

Αυτό που δεν οδηγεί πουθενά, και με το οποίο δεν μπορώ να επικοινωνήσω, είναι η χλιαρότητα. Το πολύ κρύο και το πολύ ζεστό είναι κοντά. Ο Μπέκετ, όπως και η Σάρα Κέιν, με την αγωνία τους για την έλλειψη Θεού είναι μ’ έναν τρόπο κοντά στον Θεό. Πάντως, περισσότερο απ’ όσους βρίσκονται σε χλιαρή κατάσταση. Η αγωνία για την έλλειψη του Θεού δεν είναι μακριά από τον Θεό· σ’ αυτήν εγώ βλέπω την ανάγκη του.

● Ποιος είναι ο χώρος όπου ένας ένθεος μπορεί να συναντηθεί με τον κόσμο του Μπέκετ;

Δεν ξέρω αν σου απαντάω ακριβώς, αλλά είναι αυτό που γράφω στο βιβλιαράκι μου: «πρέπει επειγόντως να φυσήξει Θεός». Οταν βλέπεις πράγματα τόσο γυμνά, έξω, στον δρόμο, όταν βλέπω ένα πρεζάκι τέζα, κάτω, λέω πως δεν είναι δυνατόν να υπάρχει μόνο αυτή η δικαιοσύνη. Σε τέτοιες καταστάσεις, πολύ ακραίες, εγώ νιώθω την παρουσία του Θεού, ότι και τα πιο οδυνηρά πράγματα περιβάλλονται από ένα απίστευτο έλεος που δεν το βλέπουμε ή δεν το νιώθουμε πάντα.

● Στις ακραίες στιγμές η πίστη παίρνει την έννοια του επείγοντος;

Ναι, και τότε λέω πως εδώ χρειάζομαι την πίστη, γιατί οι υπόλοιπες αποσκευές μου δεν μπορούν να σηκώσουν το φορτίο της ζωής.

● Χρειαζόμαστε μια μακρά παύση; Ενα χώρο τον οποίο καλούμαστε να γεμίσουμε με τη σιωπή;

Στην πίστη δεν καλούμαστε να γεμίσουμε, καλούμαστε να αδειάσουμε – το ανάποδο, ακριβώς.

● Από τη μια η ανάγκη του άδειου και από την άλλη η Ολια, που θέλει τη μία απόλαυση να διαδέχεται την άλλη.

Αυτή είναι η χαρά. Η χαρά. Για μένα η πίστη είναι συνώνυμη με την όρεξη της ύπαρξης, ότι έχει νόημα η μέρα. Στην απόλαυση, που λες, στη διαδοχή των απολαύσεων, υπάρχει μια δοξολογία μέσα μου που με κάνει να θέλω να δω ακόμα ένα ωραίο δειλινό, να συναντιέμαι με τους φίλους μου, ένα σωρό… Η δίψα μου δεν είναι απλώς μια επιθυμία που θέλει να κορεστεί, δεν είμαι καλοπερασάκιας. Είναι γιατί θέλω να δοξολογήσω, νιώθω την ευγνωμοσύνη της ύπαρξης. Θέλω να γεμίζει το μάτι μου με ωραίες εικόνες, δεν τα βλέπω ξέχωρα αυτά τα πράματα.

● Δεν είσαι μόνη σου ποτέ σ’ αυτά, αντίθετα από το μοναχικό παιδί που κρυβότανε στο θυρωρείο. Δεν είσαι μόνη σου ούτε στη ζωή ούτε στην τέχνη σου.

Από την άλλη, έχω ζήσει μόνη μου πάρα πολλά χρόνια. Από τα δεκαοχτώ.

● Μόνη, αλλά μέσα σ’ ένα θέατρο. Ακόμη και στις μονολογικές «Ευτυχισμένες μέρες», τα έχετε καταφέρει με τη Σύλβια να μην είσαστε μόνες. Κάνετε τα σεμινάρια που εκβάλλουν στην παράσταση, βάζοντας εξαρχής κι άλλο κόσμο μέσα…

Ε, μα αυτό δεν είναι το ωραίο;

● Βρίσκεται εν εξελίξει κι ένα πρότζεκ σύλληψης του χώρου από τους μεταπτυχιακούς φοιτητές της Αρχιτεκτονικής Βόλου, ενώ το σκηνικό της παράστασης υπογράφει ο Αγγελος Μέντης. Υπάρχει γύρω ένα μελίσσι ανθρώπων που δουλεύουν για να κατέβει η Γουίνι στα βάθη. Εδώ το έχετε βάλει από νωρίς το «εμείς» στη θέση του «εγώ».

Το θέλαμε πολύ με τη Σύλβια το σεμινάριο. Στην αρχή μού φαινόταν πολύ παράξενο, σαν ν’ ανοίγεις την πόρτα με τη νυχτικιά για να δεχτείς κόσμο. Μαζί με τον Νίκο Φλέσσα, τον δραματουργό, είπαμε μ’ ένα στόμα, μετά την τρίτη φορά, πόσο ευεργετική είναι η παρουσία αυτών των ανθρώπων γύρω μας. Είναι απίστευτο πράγμα οι άλλοι. Αν καταφέρεις να κατανικήσεις τον φόβο και ν’ ακουμπήσεις πάνω τους, τότε γίνονται πραγματικό δίχτυ ασφαλείας.

● Κι έτσι περνάς από το «εγώ» στο «εμείς».

Εύκολο να το λες, αλλά όχι και να το κάνεις.

● Αλλά η προσπάθεια είναι αδιάκοπη.

Ακριβώς. Ελπίζοντας ότι με την επανάληψη κάτι θα καταφέρεις σ’ αυτό που είναι το πιο χαμένο στοίχημα της ανθρωπότητας: ο πλησίον, που λέμε.

● Να σου πω… θα το φτιάξουμε το καφενείο στην Αίγινα;

Ε, αφού το ’χουμε ονειρευτεί. Μπορεί να είναι καφέ σαντάν, βέβαια, που ταιριάζει περισσότερο στην ψυχοσύνθεσή μας, αλλά σίγουρα θα το φτιάξουμε.

 Info

Σάμουελ Μπέκετ, «Ω! οι ευτυχισμένες μέρες», Μετάφραση: Διονύσης Καψάλης, Σκηνοθεσία: Σύλβια Λιούλιου

Δραματουργία: Νίκος Φλέσσας – Σύλβια Λιούλιου, Σκηνικά – Κοστούμια: Αγγελος Μέντης

Επιμέλεια Κίνησης: Αγγελική Στελλάτου, Ηχητική Σύνθεση: Γιώργος Πούλιος, Φωτισμοί: Δημήτρης Κασιμάτης

Παίζουν: Ολια Λαζαρίδου, Αγγελος Σκασίλας

Φωτογραφίες: Σπύρος Στάβερης, Πληροφορίες παράστασης: Bios main

Διάρκεια παραστάσεων: Παρασκευή 18 Νοεμβρίου έως Κυριακή 27 Δεκεμβρίου

Παραστάσεις: Πέμπτη-Κυριακή, Ωρα έναρξης: 21.00