Οι διαχρονικοί και παγκόσμιοι κώδικες του μοντερνισμού αποδεικνύονται ιδανικοί για να δημιουργήσουν γέφυρες ανάμεσα σε δύο χώρες που δεν τις χωρίζουν μόνο οι μεγάλες αποστάσεις, αλλά κυρίως οι διαφορετικοί κανόνες κοινωνικής συμπεριφοράς. Η Αθήνα απέχει σχεδόν 3.500 χλμ. από το Ελσίνκι, αλλά Ελλάδα και Φινλανδία βρίσκονται αναπάντεχα στο ίδιο κάδρο όταν οι ειδικοί εστιάζουν σε ταλαντούχους αρχιτέκτονες των δύο χωρών.
Αφορμή για την ευχάριστη διαπίστωση είναι το βιβλίο «Alvar Aaalto and Greece», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Μέλισσα», το οποίο αποκαλύπτει τις υπόγειες διαδρομές της έμπνευσης ανάμεσα στον μεγαλύτερο Φινλανδό αρχιτέκτονα και τους Ελληνες δημιουργούς της γενιάς του.
Ο Alvar Aalto (1898-1976) συγκαταλέγεται ανάμεσα στους πρωταγωνιστές του κινήματος του μοντερνισμού στην Αρχιτεκτονική, που έκανε δυναμικά την εμφάνισή του στις αρχές του 20ού αιώνα, ενώ το όνομά του τοποθετείται μετά τον πρωτοπόρο Βάλτερ Γκρόπιους, τους Λε Κορμπιζιέ και Μίες βαν ντερ Ρόε.
Η πρώτη γνωριμία του με την Ελλάδα έγινε το 1933 στο πλαίσιο του 4ου Διεθνούς Συνεδρίου Μοντέρνας Αρχιτεκτονικής (CIAM), στο οποίο εγκρίθηκε η περίφημη «Χάρτα των Αθηνών» που κωδικοποιεί τις αρχές σχεδιασμού μιας σύγχρονης και λειτουργικής πόλης. Είκοσι χρόνια αργότερα ο Aalto επισκέφτηκε την Ελλάδα με μεγαλύτερη άνεση χρόνου και είχε την ευκαιρία να θαυμάσει τα εμβληματικά έργα της κλασικής αρχαιότητας. Επισκέφτηκε και γοητεύτηκε από τα ελληνικά νησιά, τα οποία θέλησε να πάρει μαζί του μέσα από σκίτσα που φιλοτέχνησε.
Η Ακρόπολη, οι Δελφοί, οι Μυκήνες, αλλά και οι Κυκλάδες τού αποκάλυψαν μυστικά του αρχαίου πολιτισμού και αργότερα αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για μεταγενέστερα κτίριά του. Το αμφιθέατρο του Πανεπιστημίου στο Ελσίνκι, το οποίο φέρει τιμητικά το όνομά του, έχει στοιχεία από αρχαιοελληνικά θέατρα που είχε την ευκαιρία να γνωρίσει από κοντά.
Οι αόρατες επιρροές είχαν εντοπιστεί πριν από μερικά χρόνια, με αφορμή εκδήλωση για τη συνολική παρουσία του έργου του Α. Aalto που είχε οργανωθεί στο Ελσίνκι. Η ελληνική πινελιά είχε τότε ανατεθεί στον αρχιτέκτονα Κωνσταντίνο Ξανθόπουλο. Με σπουδές στο Πολυτεχνείο, είχε την ευκαιρία να εκπονήσει τη διπλωματική του εργασία με επιβλέποντα τον Κωνσταντίνο Δεσποτόπουλο, δίπλα στον οποίο εργάστηκε για ένα διάστημα πριν συνεχίσει το μεταπτυχιακό του στο περίφημο Κολούμπια, όπου αργότερα είχε και διδακτική παρουσία. Επέστρεψε στην Ελλάδα ως καθηγητής στην Αρχιτεκτονική Σχολή στην Πάτρα και τα τελευταία χρόνια έχει εγκατασταθεί στη Σουηδία, όπου είχε εργαστεί στα τέλη της δεκαετίας του 1970.
Οι πολλαπλές αυτές σχέσεις επέτρεψαν στον Κωνσταντίνο Ξανθόπουλο να γράψει το βιβλίο, για το οποίο ο ίδιος ο συγγραφέας σημειώνει ότι ήταν μια πρόκληση και κυρίως φόρος τιμής απέναντι στον Φινλανδό αρχιτέκτονα, εστιάζοντας σε «ποιότητες και τάσεις, σχέσεις και αναλογίες, που συνδέουν τον Aalto και τον φινλανδικό με τον ελληνικό πολιτισμό και αντίστροφα».
Είναι όμως και μια μορφή αποσπασματικής βιογραφίας, με σημείο αναφοράς τις δύο επισκέψεις του στην Ελλάδα, που του εξασφαλίζει τη δυνατότητα να παρουσιάσει τη φιλοσοφία του για την αρχιτεκτονική και τον ρόλο της. Δημιουργεί, όπως επισημαίνει ο συγγραφέας του βιβλίου, ένα «παζλ από γεγονότα και ιδέες, από πραγματικές και φανταστικές ερμηνείες».
Στον πρόλογό του ο Κ. Ξανθόπουλος φρόντισε να ξεκαθαρίσει ότι όφειλε να αποκαλύψει μια πτυχή του Φινλανδού αρχιτέκτονα που, παρά την αξία της, έχει μείνει άγνωστη σε σχέση με άλλα διεθνή δρομολόγια του Aalto, κυρίως στην Ιταλία. Ο συγγραφέας επιχειρεί να αποκωδικοποιήσει τις επιρροές του Φινλανδού αρχιτέκτονα από την Ελλάδα με αναφορές στον Λαβύρινθο και τον μίτο της Αριάδνης, που χάρισε τον υπότιτλο του βιβλίου.
Οι άγνωστες γέφυρές του με την ελληνική κλασική δημιουργία αναδείχτηκαν από τον Παναγιώτη Τσακόπουλο, δρ Αρχιτεκτονικής και συγγραφέα, κατά την πρόσφατη παρουσίαση της έκδοσης για τον Aalto. Σε αυτό το έξυπνο παιχνίδι του πραγματικού και φανταστικού, εστιάζει στη σχέση του κορυφαίου Φινλανδού αρχιτέκτονα με τον Δημήτρη Πικιώνη, τον Κωνσταντίνο Δεσποτόπουλο και Κωνσταντίνο Δοξιάδη, τους αδιαμφισβήτητους πρωταγωνιστές στην ανοικοδόμηση της μεταπολεμικής Ελλάδας. Ανακαλύπτει επίσης τις εκλεκτικές συμπτώσεις με τον Στάμο Παπαδάκη, που είχε εγκατασταθεί από το 1935 στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς και τον ελληνικής καταγωγής Cristian Zervos, κριτικό τέχνης και εκδότη των Cahiers d’ Arts.
Οι περισσότερες κοινές παρακαταθήκες εντοπίζονται ανάμεσα στον Aalto και τον Δεσποτόπουλο, για τις οποίες ο Π. Τσακόπουλος επιστρατεύει συγκεκριμένα έργα των δύο, διαφορετικού διαμετρήματος, αρχιτεκτόνων. Πρώτος σταθμός είναι η δεκαετία του 1930, όταν ο Φινλανδός δημιουργός υπέγραφε μια κατοικία και ο Ελληνας συνάδελφός του το συγκρότημα του Σανατόριου στην Τρίπολη.
Λίγα χρόνια αργότερα η ιδιότυπη αυτή «άμιλλα» μεταφέρεται σε μια πειραματική κατοικία στο Muuratsalo και το Πρεβαντόριο στον Πολύγυρο Χαλκιδικής. Πιο αποκαλυπτικός είναι ο παραλληλισμός ανάμεσα στην εμβληματική δημιουργία του Aalto, το Finlandia Hall στο Ελσίνκι, έργο της περιόδου 1962-1967, και το Ωδείο Αθηνών (1959-1968) που θεωρείται η κορυφαία στιγμή του Δεσποτόπουλου.
Την έκδοση, που προς το παρόν κυκλοφορεί μόνο στα αγγλικά, προλογίζουν ο Δημήτρης Φατούρος, ομότιμος καθηγητής της Αρχιτεκτονικής Σχολής του ΑΠΘ, και ο Juhani Pallasmaa, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Aalto στο Ελσίνκι. Ο τελευταίος επικαλείται τον Goran Schildt, βιογράφο του Φινλανδού αρχιτέκτονα, ο οποίος αποκαλύπτει ότι από τα νεανικά του χρόνια είχε εντρυφήσει στους κορυφαίους φιλοσόφους και είχε γνωρίσει τις αρχές του Πλάτωνα.
