Ο βραβευμένος, ίσως όχι όσο το άξιζε, διευθυντής φωτογραφίας Μίροσλαβ Oντρισεκ πέθανε πριν από λίγες ημέρες (28 Μαρτίου), σε ηλικία 80 ετών, στην Πράγα.
Την είδηση έδωσε στα τσέχικα μέσα ενημέρωσης ο γιος του Ντέιβιντ, χωρίς να αναφέρει την αιτία θανάτου.
Παιδί της Πράγας και του Νέου Τσέχικου Κύματος, που προετοίμασε την Ανοιξη, ο Οντρισεκ «φώτισε» γύρω στις σαράντα ταινίες.
Ξεκίνησε το 1964 με δύο ντοκιμαντέρ του επίσης πολιτικού εμιγκρέ, σκηνοθέτη Μίλος Φόρμαν.
Η πορεία τους συνεχίστηκε με τους «Ερωτες μιας ξανθιάς» και την κωμωδία «Φωτιά… πυροσβέστες», συνεργάστηκαν στη «Φυγή» (1971) και μετά στο μιούζικαλ «Τρίχες» (1979), στο θρυλικό «Αμαντέους» (1984) και στο «Βαλμόν» (1989).
Για τις ταινίες «Αμαντέους» και «Ragtime» (1981) είχε προταθεί για Οσκαρ Φωτογραφίας, που ποτέ δεν κέρδισε, παρά μόνο BAFTA για την πρώτη.
Συνεργάστηκε και με άλλους γνωστούς σκηνοθέτες, όπως οι Μάικ Νίκολς, Τζορτζ Ρόι Χιλ, Λίντσεϊ Αντερσον και Πένι Μάρσαλ.
Με την τελευταία έκανε τα «Ξυπνήματα» (1990) με τον Ρόμπιν Γουίλιαμς, αλλά και «Τα αγόρια της ζωής μου» (2001). «Παρατηρούσε με προσοχή», δήλωσε η Μάρσαλ μετά τον θάνατό του.
«Οι περισσότεροι διευθυντές φωτογραφίας λειτουργούν με βάση τις γραπτές οδηγίες του σκηνοθέτη. Ο Μίρεκ στεκόταν δίπλα στην κάμερα και αν κάτι δεν του άρεσε, το διόρθωνε από μόνος του. Κανείς δεν καταλάβαινε λέξη από όσα έλεγε, αλλά οι ηθοποιοί τον λάτρευαν».
Γεννήθηκε στην πρωτεύουσα της κομμουνιστικής Τσεχοσλοβακίας το 1934.
Καθώς ο πατέρας του ήταν μέλος της μπουρζουαζίας, του απαγόρεψαν να συνεχίσει το σχολείο και στα 15 του έγινε σιδεράς, δουλεύοντας σε κινηματογραφικά στούντιο.
Τη νύχτα σπούδαζε σινεμά. Στην τελευταία του συνέντευξη, το 2014, είχε πει: «Ζούσα μέσα από τα φιλμ και το λάτρευα».
