Υπήρξε σκηνοθέτης, συγγραφέας, φωτογράφος, δημοσιογράφος, εκδότης, θεσμικό κινηματογραφικό πρόσωπο. Και πάνω από όλα ένας φωτισμένος, μετρημένος, ώριμος άνθρωπος με έναν κρυμμένο πνευματικό πλούτο και μια τόσο ολοφάνερη γλύκα χαρακτήρα, που σχεδόν κανένας δεν διανοήθηκε ποτέ να τον αποκαλέσει Κώστα. Μόνο Κωστή και Ντάντη. Ακόμα και την πιο «επίσημη» περίοδο της ζωής του, τότε που ήταν το ισχυρό πρόσωπο του ελληνικού σινεμά. Ακόμα και που ήταν γιος ενός από τους πιο αγαπημένους μας ποιητές, του Νικηφόρου Βρεττάκου.
Ο Κώστας Βρεττάκος πέθανε χθες σε ηλικία 80 χρόνων στο «Σωτηρία», όπου νοσηλευόταν τις τελευταίες μέρες. Αφησε, ακόμα και μέσα σ’ αυτή τη σπάνια πολυδιάσπαση της δημιουργικής του έκφρασης, το δικό του γερό αποτύπωμα στον πολιτισμό της χώρας μας, κάτι που όχι μόνο δεν το επεδίωξε, αλλά και θα ’λεγε κανείς ότι από μια ιδιαίτερη ιδιοσυγκρασία, δεν τον πολυενδιέφερε, το πολεμούσε.
Κι όμως η μία και μοναδική ταινία του μεγάλου μήκους, τα «Παιδιά της χελιδόνας» (1987), για τις επιπτώσεις του Εμφύλιου πάνω σε μια οικογένεια, βασισμένη σε βιβλίο του Διονύση Χαριτόπουλου, θεωρείται -και είναι- μία από τις καλύτερες του ελληνικού κινηματογράφου, με μια συγκλονιστική Μαίρη Χρονοπούλου, βραβείο α’ γυναικείου ρόλου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Κι όμως, αν και άργησε πολύ να γράψει πεζό, κι αν δεν τον πίεζε η Αναστασία Λαμπρία του εκδοτικού οίκου «Ποταμός» ίσως και να μην το είχε κάνει, μας έδωσε τα τελευταία χρόνια δύο σπουδαία βιβλία.
Πρώτα το «Περαστικός από το Ρέικιαβικ» (2009), μια αυτοβιογραφική, ίσως, «μυθιστορία» με έναν ήρωα πλάνη ανά την Ευρώπη, ανήσυχο, ερωτικό και στοχαστικό που του ‘μοιαζε σε πολλά, και όχι μόνο επειδή ήταν κι αυτός σύμβουλος υπουργείου (όχι, πάντως, του Πολιτισμού).
Και, το 2016, πάλι από τον «Ποταμό», τις «Ασκήσεις περιέργειας», εγχείρημα μιας άλλης τόλμης και έκθεσης, αφού αυτός, ο γιος του Νικηφόρου Βρεττάκου, ο αφοσιωμένος στη διαχείριση του έργου του, διάλεξε να γράψει για την αφανή μάνα του Πιπίτσα (Καλλιόπη Αποστολίδου). Ενα τόσο διαβαστερό, τολμηρό και αποκαλυπτικό ακόμα και για τα οικογενειακά τους προβλήματα βιβλίο, που κέρδισε το βραβείο Μυθιστορήματος (Πέτρου Χάρη) της Ακαδημίας Αθηνών. Και στα δύο συγγραφικά του πονήματα, ο ποιητής Νικηφόρος Βρεττάκος ήταν ή απών (στο πρώτο) ή κρυμμένος κάτω από το προσωπείο ενός «Λυκούργου» (στο δεύτερο).
Η πιο μακρόχρονη, όμως, και επίπονη εργασία της ζωής του είχε σχέση με το ελληνικό σινεμά. Από θέσεις υπεύθυνες. Η Μελίνα Μερκούρη τον διάλεξε το 1989 ως ειδικό σύμβουλο κινηματογραφίας του ΥΠΠΟ, που εκείνες τις εποχές ήταν πολύ ισχυρός ρόλος. Από το 1991 έως το 1998 χρημάτισε πρόεδρος του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου (ο μακροβιότερος της ιστορίας του), ενώ από το 1991 έως το 2006 με την πείρα και την πολυγλωσσία του ήταν ο άξιος εθνικός μας εκπρόσωπος στο Εurimages, ταμείο του Συμβουλίου της Ευρώπης που μοιράζει πολλά χρήματα σε ευρωπαϊκές ταινίες.
Γι’ αυτό και το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης τον αποχαιρέτησε με σεβασμό και αγάπη, τονίζοντας ανάμεσα σε άλλα ότι «βοήθησε ουσιαστικά στην προώθηση των νέων δημιουργών και στην προσέλκυση διεθνών συμπαραγωγών στις ελληνικές ταινίες, διευρύνοντας τα ελληνικά κινηματογραφικά σύνορα». Το ίδιο συγκινητικό ήταν και το συλλυπητήριο μήνυμα της υπουργού Πολιτισμού, Μυρσίνης Ζορμπά.
«Ενιωθα σαν παιδί χωρίς οικογένεια»
Οταν τον ρωτήσαμε το 2016, σε συνέντευξή του στην «Εφ.Συν.», μήπως ένας τόσο κυριαρχικός πατέρας σαν τον Νικηφόρο Βρεττάκο τον είχε δυσκολέψει να πει πιο έντονα «είμαι κι εγώ εδώ» και τον ανάγκασε να ασχοληθεί με πολλά και από λίγο, ο Κώστας Βρεττάκος ήταν κατηγορηματικός:
«Αδικα αναζητάτε την πολυπραγμοσύνη της ζωής μου στο γεγονός ότι δεν ξεπέρασα ποτέ το βάρος του ονόματος του Νικηφόρου. Μαζί του συμπορεύτηκα. Αδελφοποιηθήκαμε. Αλλού πρέπει να αναζητήσετε το γεγονός πως είχα μια διάθεση για συνεχείς μετακινήσεις, υιοθέτησα την πορεία ενός “περαστικού” και αρνήθηκα να οικειοποιηθώ κάποια συγκεκριμένη ιδιότητα. Ισως στη σκοτεινή τρύπα των παιδικών μου χρόνων. “Πολλοί σκοτώθηκαν, πολλοί ζούμε, όλοι είμαστε πληγωμένοι”, λέει ο ποιητής. Δεν νομίζω πως εξαιρούνται τα παιδιά».
«Ενιωθα σαν παιδί χωρίς οικογένεια», μας είπε. Γεννήθηκε το 1938 στην Αθήνα. Η δυναμική, τροτσκίστρια μητέρα του τα χρόνια της Κατοχής απομάκρυνε τα παιδιά της, τον Κώστα και την Ευγενία, στο χωριό των Βρεττάκων, την Πλούμιτσα της Λακωνίας. Για καιρό πολύ, χωρίς δυνατότητα επικοινωνίας. Μέχρι και στη φυλακή της Καλαμάτας, παρέα με τους πολιτικούς κρατούμενους, είχαν αναγκαστεί να κοιμηθούν ένα βράδυ που δεν είχαν πού αλλού να πάνε.
Ο Κώστας γοητευμένος από τον κινηματογράφο τον σπούδασε εδώ και στην Ιταλία, μια εποχή με δύσκολη και σπάνια επικοινωνία με τον πατέρα του. Αλλά δεν αφοσιώθηκε στο σινεμά, έκανε πολλές και διάφορες δουλειές όταν γύρισε στην Ελλάδα. Επιμελητής κειμένων, παραγωγός διαφημιστικών ταινιών, μεταφραστής λαϊκών μυθιστορημάτων, δημοσιογράφος («Μεσημβρινή»), φωτογράφος (εξαιρετικός, όπως αποδεικνύεται με το άλμπουμ «Αθως», που εξέδωσε το 1989 από τον δικό του εκδοτικό οίκο, «Τρία φύλλα», κάνοντας αίσθηση). Οσο για τα γράμματα, εμφανίστηκε το 1971 και το 1977 με δύο ποιητικές συλλογές, βραβεύτηκε μάλιστα, ενώ έδινε και συνεργασίες στην «Επιθεώρηση Τέχνης».
Πολύ πρόσφατα, οι εκδόσεις «Πόλις» κυκλοφόρησαν τα νεανικά του ποιήματα σε ένα βιβλιαράκι με τίτλο «Προστιθέμενη αξία». «Η προσωρινότητα αποτέλεσε πάντοτε την κύρια εσωτερική μου επιλογή», τόνιζε εκεί ο Κώστας Βρεττάκος. «Φρόντιζα να ακυρώνω σιωπηρά όλες τις επιτυχίες που είχα κατά καιρούς».
Ενα πράγμα δεν ακύρωσε ποτέ. Την παθιασμένη ενασχόλησή του με το έργο του πατέρα του. Δώρισε το Αρχείο Νικηφόρου Βρεττάκου στη Δημοτική Βιβλιοθήκη της Σπάρτης, αναστήλωσε με προσωπική του δαπάνη και δωρεές φίλων το οικογενειακό τους σπίτι στην Πλούμιτσα, για να γίνει ξενώνας καλλιτεχνών, εκεί, απέναντι από τον Ταΰγετο.
Και η σχέση του με την Αριστερά της μητέρας του και του πατέρα του; Της γενιάς του; «Είναι έννοια μουσειακή», μας είχε πει. «Αριστερός ήταν εκείνος που πήγαινε στο εκτελεστικό απόσπασμα τραγουδώντας, ήταν ο ταπεινωμένος δηλωσίας της Μακρονήσου, ο ΟΠΛΑτζής που εκλιπαρούσε τον εντολέα του να του πει κάποιο λόγο για να μισήσει το ανύποπτο θύμα του. Για την πρώτη μετεμφυλιακή γενιά η Αριστερά αποτελούσε μια ηθική επιλογή. Σήμερα δεν θέλω να ζω κάτω από καμιά ετικέτα».
Σύμφωνα με επιθυμία του η κηδεία του, που θα γίνει αύριο στο Α’ Νεκροταφείο, θα είναι πολιτική και θα ακολουθήσει αποτέφρωση της σορού του.
