ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Θεόδωρος Ν. Τσέκος*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η σχέση με την εξουσία αποτελεί βασικό παράγοντα διαίρεσης της Αριστεράς. Είναι η μεταβλητή που μετατρέπει την Αριστερά σε «Αριστερές», όπως λέγεται στη Γαλλία, αυτή που παράγει την «πληθυντική» Αριστερά. Στη Δεξιά, παρά τις έντονες ιδεολογικές διεργασίες και τον ανταγωνισμό ρευμάτων, η εξουσία λειτουργεί συσπειρωτικά, καθώς κοινός στόχος παραμένει η διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης.

Αντίθετα, η Αριστερά, επαγγελλόμενη την κοινωνική αλλαγή, χάραξε ιστορικά δύο εναλλακτικές και αποκλίνουσες διαδρομές.

Η επαναστατική οδός πηγάζει από την αυθεντική μαρξιανή θεωρία και τις δύο εφαρμοστικές εκδοχές της: συγκεντρωτική (Λένιν) και αυτοδιαχειριστική (Λούξεμπουργκ).

Η μεταρρυθμιστική οδός βασίστηκε στην κριτική του Εντουαρντ Μπερνστάιν, που αμφισβήτησε την πρόβλεψη περί προϊούσας εξαθλίωσης του προλεταριάτου και νομοτελειακής μετάβασης στον σοσιαλισμό.

Εδώ απαιτείται μια σαφής εννοιολογική διάκριση: τα χαμηλά εισοδήματα, η εργασιακή επισφάλεια, οι ανισότητες και η φτώχεια είναι αντικοινωνικά παράγωγα μιας ανεξέλεγκτης αγοράς, αλλά δεν ταυτίζονται με την κυριολεκτική εξαθλίωση. Εξαθλίωση σημαίνει «να μην έχεις να χάσεις παρά μόνο τις αλυσίδες σου».

Ιστορικά η πρόβλεψη αυτή διαψεύστηκε. Οι εργαζόμενοι είχαν πάντα να χάσουν περισσότερα και διεκδίκησαν βελτίωση της ζωής τους εδώ και τώρα, εντός της υπάρχουσας κοινωνίας, δυσπιστώντας απέναντι σε έναν υπερβατικό Παράδεισο μέσω του Καθαρτηρίου της Επανάστασης.

Η λενινιστική διαδρομή, περνώντας από την επιτυχία της Ρωσικής αλλά την αποτυχία της Γερμανικής Επανάστασης, την Κροστάνδη και την υποκατάσταση της εργατικής τάξης από την κομματική ελίτ και την οικοδόμηση -του – σοσιαλισμού – σε – μία – μόνο – χώρα, κατέληξε στον σταλινισμό, τη βίαιη καταστολή στην Ουγγαρία και την Πράγα, την αποτυχία του Γκορμπατσόφ και την κυριαρχία των ολιγαρχών επί Γέλτσιν, οδηγώντας στη σημερινή διεθνή ανυπαρξία των κομμουνιστικών κομμάτων.

Η δε διαδρομή που ξεκινά από την κριτική της Λούξεμπουργκ οδήγησε, με εφαλτήριο τον Μάη του ’68, σε μετα-υλιστικά, ταυτοτικά και τελικά μη ταξικά ρεύματα, τροφοδοτώντας αυτό που ο Πικετί αποκαλεί «βραχμανική Αριστερά».

Η αποτυχία επαναστατικής κατάληψης της εξουσίας έθεσε την ανατρεπτική Αριστερά σε «κατάσταση αναμονής». Οι κομμουνιστές περιμένουν την ωρίμανση των συνθηκών, απορρίπτοντας τη δημοκρατική, άρα αναστρέψιμη, ανάληψη της διακυβέρνησης, ενώ οι ριζοσπάστες της αριστερής αυτοδιαχείρισης χαρακτηρίζουν τις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις ως «διαχείριση του καπιταλισμού».

Και οι δύο τάσεις αναλώνονται στη συλλήβδην καταγγελία της Δεξιάς αλλά και της μεταρρυθμιστικής Αριστεράς προτάσσοντας την ιδεολογική τους καθαρότητα ως προϋπόθεση για μελλοντική ανατρεπτική κατάληψη της εξουσίας. Ωστόσο, ενώ η πρώτη τάση αναφέρεται στο οικονομικό πρόγραμμα του σοβιετικού κρατισμού, η αυτοδιαχειριστική Αριστερά απορρίπτοντας εξίσου τον καπιταλισμό και τα σοβιετικά πλάνα στερείται ολοκληρωμένης εναλλακτικής πρότασης για την οικονομία. Με την αυτοδιαχειριστική και κινηματική Αριστερά συναντήθηκαν από τη δεκαετία του ’80 και ρεύματα της πολιτικής οικολογίας, τα οποία ασκούν κριτική στο μονοδιάστατο μοντέλο της υλικής μεγέθυνσης, χωρίς επίσης να έχουν παρουσιάσει ένα πειστικό υπόδειγμα εναλλακτικής ανάπτυξης.

Αντίθετα, ο Δημοκρατικός Σοσιαλισμός έχει να επιδείξει απτά επιτεύγματα. Το κοινωνικό κράτος και η διεύρυνση της δημοκρατίας αποτελούν ιστορικά έργα της σοσιαλδημοκρατίας είτε ως κυβέρνησης, είτε μέσω αντιπολιτευτικής πίεσης στη συντήρηση που «δανείζεται» κοινωνικές πολιτικές και θεσμούς προκειμένου να αποτρέψει την πτώση της. Παρά ταύτα η στροφή προς τον «τρίτο δρόμο» στα μέσα της δεκαετίας του ’90 απέκοψε τη σοσιαλδημοκρατία από τις αξιακές ρίζες της μετατρέποντάς την σε παρακολούθημα των νεοφιλελεύθερων πολιτικών της κυριαρχίας των αγορών.

Σήμερα, απέναντι στο κυρίαρχο μίγμα της ανεξέλεγκτης αγοράς και του πολιτικού αυταρχισμού, η Αριστερά μπορεί να καταστεί χρήσιμη μόνο ως κυβερνώσα δύναμη και όχι ως θεματοφύλακας κάποιας μελλοντικής ριζικής ανατροπής. Οφείλει να εφαρμόσει εδώ και τώρα δημόσιες πολιτικές για την προστασία των αδυνάμων, τη βιώσιμη ανάπτυξη, το κράτος δικαίου και τη διεθνή ασφάλεια και ομαλότητα.

Η κυβερνώσα Αριστερά του 21ου αιώνα απαιτεί ρεαλιστική σύνθεση στοιχείων:

  • της σοσιαλδημοκρατίας, με δημόσιο στρατηγικό σχεδιασμό, ρυθμισμένη αγορά υπαγόμενη σε κοινωνικές προτεραιότητες και με αναδιανεμητικές πολιτικές,
  • της ριζοσπαστικής Αριστεράς, με πολιτικές δομικού οικονομικο-κοινωνικού μετασχηματισμού και όχι απλής διαχείρισης της υφιστάμενης κατάστασης, και
  • της πολιτικής οικολογίας, με ένα εναλλακτικό μοντέλο ισόρροπης και βιώσιμης ανάπτυξης.

*Ομότιμος καθηγητής, Πανεπιστημίου Πελοποννήσου