Μόνος του πορεύεται ο καθένας προς την κοινή δόξα, τον θάνατό του· με υπερηφάνεια και αγωνία, με πόνο ή χαρά, με την Ανοιξη μέσα του ή χωρίς αυτήν. Με ιδέες και πορείες, τρέχοντας ή ασθμαίνοντας, κραυγάζοντας ή τραγουδώντας.
Φωσφορίζει σήμερα η έλλειψη της χαράς, λίγες ημέρες πριν από την έλευση της Λαμπρής. Μουντοί και στυφοί οι πλείστοι, δεν μας επιτρέπεται να δούμε το θάμβος της ευδίας, το ανέσπερο φως της μάθησης και της συνύπαρξης.
Μάλλον αγνοούμε την εκρηκτικότητα των ελασσόνων, υμνούμε όμως τον θρίαμβο του ασήμαντου και του κοινότοπου. Ρέπουμε στη χυδαιότητα και τη ρωπογραφία, στον στυγνό ρεαλισμό και στην ευταξία του λόγου, στην καταπάτηση του μέτρου και στην υμνολογία της ύβρεως.
Καλό είναι να θυμόμαστε την ακόλουθη φράση από το «Ελεύθερο πνεύμα» (1929) του Γιώργου Θεοτοκά: «Είμαστε τσακισμένοι, μαραμένοι, χαμένοι μες στον κυκεώνα της σύγχρονης ζωής. Κανείς δεν περιμένει κάτι καλό από την Ελλάδα. Καμία ελπίδα δεν χαράζει πουθενά. Η στιγμή αυτή είναι βέβαια μια θαυμάσια στιγμή».
Απαιτεί γενναιότητα και προφητικές ίσως ικανότητες να αποκαλείς θαυμάσια στιγμή για το έθνος την καταρράκωσή του, την υποτέλειά του, την αδυναμία να αναγεννηθεί. Η φράση δηλώνει εντούτοις την πίστη στον άνθρωπο· όσο κι αν τυφλώνεται ο νους και παύουν οι αντιστάσεις μας, η ανθρωπινότητα θα επικρατήσει.
Οταν αντιμετωπίζεις τη φρίκη γίνεσαι συνετός, λες ότι άλλα πράγματα -και όχι το «εγώ»- πρέπει να επικρατήσουν στην κοινωνία, η αγάπη και η συλλογικότητα λ.χ., ο λαϊκός πολιτισμός και το δίκαιο, ο χορός και η μουσική και η δύναμη της Ανοιξης και της γιορτής της, που είναι και γιορτή της Γης.
Να επικρατήσουν, αλλά πώς; Το «εγώ» διαμορφώνεται εξ απαλών ονύχων, χωρίς την υποχρέωση του καθενός να σκοτίσει τον νου του· όλα φωνάζουν «εγώ» (γονείς, συγγενείς, σχολείο· άγριος ανταγωνισμός παντού), το «εμείς» όμως; Πότε διαμορφώνεται, πότε καταχτιέται; Διαμορφώνεται; Καταχτιέται;
Η ενασχόληση με την πολιτική οδηγεί σε μια υποτίθεται συμμετοχή σε συλλογικά όργανα, στα κόμματα, αλλά τελικά η πολιτική συγχέεται με τον κομματισμό, με την πρόταξη ισχύος του καθενός να ανεβεί στα υψηλά αξιώματα του κόμματος, άρα πάλι στο «εγώ» καταλήγουμε.
Χωρίς τις συλλογικότητες δεν φαίνεται να κατορθώνουμε πολλά και σπουδαία, αφού μέσα από τον άλλο αποχτάμε ταυτότητα. Πολλά τα βάσανα της συνύπαρξης και της συγκίνησης, πολλές οι δοκιμασίες.
Οι γιορτές προκαλούν να βασανιστούμε όμως κατ’ αυτόν τον τρόπο, το απαιτούν, καλύτερα. Αν πας μόνος στις γιορτές θα μαραζώσεις. Ναι. Τι γίνεται, παρακαλώ, με αυτούς που δεν έχουν παρέα, ένα χωριό, ένα θεμέλιο, μια ρίζα παιδική;
Και την Ανοιξη να ’χει μέσα του, πάλι μόνος θα είναι (ή θα νιώθει) εάν δεν έχει αναφορές στον γενέθλιο τόπο της ανιδιοτελούς επικοινωνίας, αν δεν έχει συγγενείς, εννοείται, και φίλους.
Ας ισχυριστούμε μαζί με τον Θεοτοκά ότι είναι μια θαυμάσια στιγμή για τον καθένα να επανεκτιμήσει την Ανοιξη και τις γιορτές και ας μην μπορεί να ταξιδέψει (στη χώρα ή μέσα του…).
Το κάλλος δεν χάνεται, όσο στραβοί κι αν είμαστε, ούτε το φως, ούτε οι κατάλληλοι άνθρωποι. Οσο και αν τα αποστρεφόμαστε ή δεν τα αντιλαμβανόμαστε, αυτά υπάρχουν, δοξάζοντας την Ανοιξη και τις γιορτές.
