Λεπτή, σοβαρή, μετρημένη η φωνή στην άλλη άκρη του τηλεφώνου, μου λέει με ευγένεια: «Συνάντησα σ’ ένα κείμενό σας μια λέξη σε δοτική μάλιστα πτώση (νωδότητι) και υπέθεσα ότι η ονομαστική της είναι νωδότης. Είναι έτσι;». Συμφωνώ. «Εψαξα λοιπόν –συνεχίζει– όλα τα λεξικά, μα όλα, και δεν βρήκα πουθενά τον τύπο νωδότης παρά μόνο το νωδός (νη+οδούς -χωρίς δόντια). Μπορείτε να μου πείτε εάν υπάρχει σε κάποιο λεξικό, που δεν γνωρίζω, ή πού τη βρήκατε;»
Δηλώνει ότι ήταν φιλόλογος επί πολλές δεκαετίες και μάλιστα έχει χρηματίσει επιστημονικός σύμβουλος επί πολλά έτη στα υπουργεία Παιδείας. «Θα τη βρείτε μόνο στα… οδοντιατρικά λεξικά –απαντώ– εάν υπάρχουν τέτοια. Σίγουρα πάντως στις συνταγές των οδοντιάτρων όταν περιγράφουν τη στοματική κοιλότητα κάποιου ταλαιπωρημένου, που έχει χάσει όλα του τα δόντια. Πλήρης νωδότης, περιγράφουν και είναι κατανοητοί βεβαίως, διότι η έννοια προκύπτει αβίαστα από την έννοια νωδός. Τουλάχιστον έτσι φαίνεται σε μένα».
Παύση. Ακούγεται ένα χλιαρό, ανικανοποίητο προφανώς χαμόγελο. Το αφήνει και περνάει και στρέφουμε τη συνομιλία σε άλλους, κοινούς προβληματισμούς περί τη γλώσσα και τον πολιτισμό. Τα θυμήθηκα ξαφνικά όλα χθες όταν συνάντησα παλιό γνωστό εν πλήρει νωδότητι, προετοιμαζόμενο για εγχείρηση και τοποθέτηση εμφυτευμάτων.
Με την ευκαιρία παραθέτω κάτι που είχα διαβάσει πριν από πολλά χρόνια και με είχε ευχαριστήσει. Ανέτρεξα και το βρήκα. Σε μια επιστολή του το 1983 προς τον Νίκο Εγγονόπουλο (1907-1985) ο Ε.Χ. Γονατάς (1924-2006), σε υποσημείωση μάλλον της επιστολής, θυμάται: «Οταν κάποτε τόλμησα να παρατηρήσω ότι στον Μπολιβάρ Σας μια ορισμένη λέξη, που χρησιμοποιούσατε μου εφάνηκε πως δεν εξέφραζε ακριβώς αυτό που θέλατε να πείτε ή ότι δεν υπήρχε τέτοια λέξη για εκείνο το νόημα, με κεραυνοβολήσατε (και Σας ευγνωμονώ για το μάθημα!) με την εξής φράση: ‘‘Ας μην υπάρχει. Την φτιάχνω εγώ’’… Και στις τελευταίες ελληνικές εκδόσεις του ίδιου έργου Σας δεν αντικαταστήσατε ποτέ τη λέξη. Γι’ αυτό Σας λατρεύω».
Δεν λέω ότι οι οδοντίατροι είναι μικροί Εγγονόπουλοι, έπραξαν όμως άριστα εισάγοντας –και υιοθετώντας– στις συνταγές του πόνου την υπέροχη τούτη λέξη· όσο αρχαιοελληνική φαντάζει άλλο τόσο νεοελληνική είναι. Δεν υπάρχουν άγνωστες λέξεις, υπάρχουν μόνο αχρησιμοποίητες που τελικώς καταντούν άχρηστες ή ξαναζωντανεύουν από μια πλησίστια εκδοχή τους που δοκιμάζουν οι εκάστοτε σύγχρονοι. Μπροστά στην ελληνική γλώσσα δεν συζητάς τη γραμματική της ή το συντακτικό της· απλώς υποκλίνεσαι, διότι σ’ αυτήν οφείλονται όλα: πρόσκτηση νου, συνείδηση, μέσα κόσμος, κλάμα, γέλιο και λοιπά.
Χάρηκα με την παρέμβαση της αγαπητής φιλολόγου. Κάθε συζήτηση για τη γλώσσα βγάζει πάντα κάτι όμορφο, γνωστό, άγνωστο δεν έχει και πολλή σημασία. Ηξερα, ξέραμε, ότι το επίπεδο των αναγνωστών της «Εφ.Συν.» είναι υψηλό, αλλά είναι ωραίο να το διαπιστώνεις, μέσω ακριβών – επιστημονικών παρατηρήσεών τους.
