Ιουνία κόρη, τρυφερή, ευειδής και λυσίκομος στην κάθε ώρα της ομορφιάς της, αλλάζει όψη του θερισμού τις μέρες και στέκεται στη μέση της γης, έτοιμη να αντιμετωπίσει τον καύσωνα και το τεράστιο σταροχώραφο.
Είναι οι μέρες δύσκολες [θέρος-τρύγος-πόλεμος], αλλά είναι και ο καρπός ευλογημένος [ζωοδότης] και απαραίτητος στις φαμίλιες του μικρού χωριού. Αλλάζει όψη, όχι όμως και το σθένος της. Τυλίγει με μαντίλι τα μαλλιά της και φοράει από πάνω καπέλο πλατύγυρο – είναι ανυπόφορες του ήλιου οι ακτίνες· ντάλα μεσημέρι καίγεται ο τόπος. Να σκεφτείς δυσκολεύονται οι θεριστές να δέσουν τα χειρόβολα· τα στάχυα υποκύπτουν στη ζέστη και θρυμματίζονται με την πρώτη επαφή.
Η μια άκρη του χωραφιού καταλήγει σε ρεματιά μικρή κι εκεί ξεδιψούν άνθρωποι και ζώα. Εκεί, ανήρ τις, τραχύς και ασφαλώς ηλιοκαμένος, δεν φαίνεται να έχει καλή επικοινωνία με τον ύψους δύο μέτρων ημίονό του. Τραβάει το ζώο να βγει από την πηγή, εκεί αυτό. -Βρε, βγες έξω, τίποτα αυτό· έχει για τα καλά μουλαρώσει. Διασχίζουν τότε την πλαγιά και ηχούν στην ατμόσφαιρα βλαστήμιες πρωτάκουστες από τον σκληροτράχηλο άντρα. Βλαστήμιες που δεν τολμάει κανείς να τις αναφέρει διότι τότε ίσως οι παπάδες να μας αφόριζαν όλους, βλαστήμιες που αφορούν τα θεία, εννοείται, κυρίως τον υιό και τη μάνα του.
Κοκκινίζει η κόρη στο άκουσμά τους, αλλά και ο κάμπος όλος. Πετάνε τα δρεπάνια οι γύρω συναγωνιστές και κλείνουν τ αυτιά τους – να μην ακούνε αυτόν τον βλάσφημο. Και πώς να μην ήταν βλάσφημος τούτος ο άντρας που είχε κυνηγηθεί και είχε περάσει χρόνια στις εξορίες και τις φυλακές επειδή πήρε το όπλο και βγήκε στα βουνά να πολεμήσει τον Γερμανό; Πώς και γιατί να πιστέψει σε Χριστούς και Παναγίες; [Αλλά πια δεν λέγονται τέτοια στη χώρα, δεν τα αντέχει ο πολιτισμός].
Ο άντρας είναι έτοιμος να εκραγεί. Τον θυμάμαι κι ανατριχιάζω – και ακόμη όσοι ήμασταν εκεί εκείνη την ημέρα. Αφήνει με λύσσα σχεδόν το βουκέντρι στα καπούλια του μουλαριού. Είναι τόση η δύναμη που η σιδερένια αιχμή αποκολλάται από το στειλιάρι κι εκσφενδονίζεται – αστράφτει στην πορεία του και πάει και «συναντά» το καλάμι της κόρης. Σαν κοκορόπουλο που το σφάζουν πετάγεται ένα μέτρο πάνω από τη γη. Το ουρλιαχτό της σταματάει την κυκλοφορία του αίματος των τριγύρω. Σαν να δακρύζουν και οι καλαμιές από τον πόνο της κόρης – και ο τόπος όλος.
Παρατάει το πεισματάρικο ζώο ο άντρας και τρέχει έντρομος, σαν αέρας, κοντά της [βλάσφημος μεν αλλά με απέραντα τρυφερή καρδιά]. Την αγκαλιάζει και τη φιλάει, κάνει ελαφρές μαλάξεις στην πληγωμένη κνήμη. Τη μεταφέρει στο μοναδικό δέντρο που υπάρχει, στη σκιά του.
Βεβαιώνονται ότι δεν έχει σπάσει τίποτα και ο άντρας ξαναγυρνάει στους δαίμονες του κάμπου [του βίου του]. Δεν περνούν πέντε λεπτά και η κόρη σηκώνεται και αναζητά το δρεπάνι της. Και ρίχνεται ξανά στη μάχη. Πέθανε στις 22 Ιουνίου πριν από είκοσι χρόνια. Ο μικρός μου αδελφός, σαν σήμερα, πριν από τρία χρόνια. Πέρασαν κιόλας τρία χρόνια;
Είχαν δίκιο η Σαπφώ και ο Πλάτων: γράφει κανείς όχι για ό,τι αγαπά αλλά για ό,τι έχει αγαπήσει.
