Γέμισαν τα εστιατόρια και τα μπαρ στην ευρύτερη περιοχή της πλατείας Συντάγματος μετά την εντυπωσιακή συγκέντρωση διαμαρτυρίας εναντίον της αδιαλλαξίας των Ευρωπαίων δανειστών. Εκκωφαντικός ήταν ο ήχος της σιωπής· συγκρατημένα αισιόδοξος, σθεναρός, αποφασιστικός – βαθύτατα πολιτικός. Μια αύρα ελευθερίας μετεωριζόταν ανάμεσα στα πρόσωπα κάθε ηλικίας, περιφρονώντας το τσουχτερό κρύο (ουδείς το έλαβε υπόψη…). Βέβαια πρόσωπα, γεμάτα αυτοπεποίθηση και ανωτερότητα. Ανάμεσά τους ο Ομηρος, ο Θουκυδίδης, ο Γεώργιος Καραϊσκάκης· κι άλλοι κι άλλοι – απ’ τη μνήμη τρέφεται η ελπίδα και από το μέλλον φυσικά.
Καταλήξαμε σ’ ένα ωραίο τσιπουράδικο, ασφυκτικά γεμάτο. Στριμωχτήκαμε, αλλά βολευτήκαμε. Μετά το πρώτο ποτήρι που μας ζέστανε, άρχισαν όλοι να μιλάνε, με πάθος αλλά και σύνεση, για τη συναρπαστική συγκέντρωση. Δυο-τρεις γυναίκες είχαν κρεμάσει τις τσάντες τους στις καρέκλες, στο πίσω μέρος. Δυσκολευόταν η κίνηση και των σερβιτόρων και των πελατών. Αίφνης, ένας χαμογελαστός κύριος σκύβει και λέει, χωρίς να χάσει το χαμόγελό του: «Προσέξτε τις τσάντες σας, είναι απροστάτευτες, θα σας τις αρπάξουν». «Ευχαριστούμε πολύ» απαντούν οι κυρίες της παρέας και αμέσως φέρνουν τις τσάντες μπροστά τους. «Δεν κάνει τίποτε» λέει ο ευγενής, χαμογελαστός κύριος. «Ξέρετε», συνεχίζει, «έχω χρηματίσει κλεφτρόνι, ξέρω τι σας λέω»… Χαμογελάμε όλοι αμήχανα. Φεύγει. Τον ακολουθώ ενστικτωδώς και τον προλαβαίνω, έξω στο κρύο. «Τι σ’ έσπρωξε -του λέω- να μιλήσεις με τόση ειλικρίνεια;». Δεν διστάζει στιγμή να απαντήσει: «Δεν ξέρω, πραγματικά. Μου βγήκε αυθόρμητα. Ενιωσα κάτι σαν βαθιά ανάγκη να εξομολογηθώ. Ησαν όλα τόσο όμορφα στη συγκέντρωση… Είμαι γιομάτος μέσα φίλε μου, πώς να σου το εξηγήσω; Εχει αλλάξει η ζωή μου. Μυρίζομαι ότι κάτι γίνεται. Εννοείς;» Εννοώ. Χτυπιόμαστε φιλικά στην πλάτη και αποχωριζόμαστε.
Μεταφέρω στην παρέα τη μονόλεπτη-δίλεπτη στιχομυθία με το πρώην κλεφτρόνι. Λέω πρώην και ψιλοδαγκώνομαι, με βοηθούν, όμως, όλοι. Ολοι συμφωνούν ότι θα πάψει να ζει κλέβοντας φτωχούς ανθρώπους. Κάτι αλλάζει, αποφαίνονται. Ανταλλάσσουμε χαρούμενες, αισιόδοξες ματιές. Δρόμοι ανοίγουν. Αφήνουμε τους δύσπιστους, τους άπιστους και τους υμνητές του ευρωπαϊκού ορθολογισμού να βράζουν στο ζουμί τους. Το περιθώριο δεν είναι αυθύπαρκτο, το γεννούν η μνημονιακή πολιτική, η μεγίστη υποκρισία του φιλελευθερισμού. Και ας πειστούμε ότι στο περιθώριο συμβαίνουν τα πιο ριζοσπαστικά κινήματα, διότι ο ηττημένος ξέρει!
Αρχίσαμε να μιλάμε λοιπόν για τη νέα διάθεση των Ελλήνων· ο βάλτος στον οποίο μας είχαν εξαναγκάσει να βουλιάξουμε αποξηραίνεται. Τέλος και οι ανασκολοπισμοί. Επιπλέον κερδίσαμε και κάτι: την αλληλεγγύη και όχι τη φιλευσπλαχνία. Το κοινωνικό (πολιτικό) επιστρέφει· δειλά ίσως αλλά διεκδικητικά. Οι πλατείες δεν είναι άδειες πια· στέλνουν μηνύματα ανθρωπιάς και δημοκρατίας. Ο φιλελευθερισμός δεν είναι μονόδρομος. Ο σοσιαλισμός δεν έχει χαθεί. Η δημοκρατία ανασαίνει ακόμη παρά τους πολλαπλούς βιασμούς που υφίσταται από τις βάρβαρες ελίτ. «Πώς σε λένε;» ρώτησα -φεύγοντας- το κλεφτρόνι. «Καληνύχτα, δεν έχει σημασία».
