Και ξαφνικά, εκεί που παίζαμε πρέφα στο καφενείο, άρχισε να βρέχει καταρρακτωδώς, έτσι όπως μόνο η Φύση ξέρει να αιφνιδιάζει και να αναστατώνει την καθεστηκυία τάξη της καθημερινής ανίας.
Θορυβήθηκαν οι περισσότεροι· φοβήθηκαν μήπως η βροχή καταστρέψει τα αμπέλια τους, που ακόμη δεν τα είχαν τρυγήσει (αργεί ο τρύγος στα ορεινά χωριά σε σχέση με αυτά της παραλίας).
Την άλλη μέρα το πρωί τα επισκεφτήκαμε να δούμε εάν όντως είχε προκληθεί ζημιά -ευτυχώς! Τα φίδια, όμως, τους είχαν ζώσει και αρκετοί αποφάσισαν να πάνε να τρυγήσουν μπας κι ερχόταν κι άλλη μπόρα -και τότε…
Τη μεθεπομένη, ψυχή στο καφενείο. Οι γέροντες μόνο, ένας ξάδελφός μου συνταξιούχος και η αφεντιά μου. Μου προτείνει ο εξάδελφος να πάμε να μαζέψουμε σαλιγκάρια, που εμφανίζονται πάντα μετά τη βροχή.
Αρνήθηκα, παραδόξως -συνήθως κάνω σαν παλαβός στο άκουσμα τέτοιων προτάσεων. Φεύγει μόνος του.
Επιστρέφει σε περίπου δυο ώρες με θριαμβευτικό χαμόγελο -τι λέω, έλαμπε το πρόσωπό του. Περήφανος μας δείχνει τη συγκομιδή του, δυο-τρεις μαγεριές (τέσσερα-πέντε κιλά, περίπου). Τον ζηλεύουμε όσοι είμαστε εκεί.
Θα τα μαγειρέψουμε το Σάββατο και είστε όλοι καλεσμένοι, μας πληροφορεί, σαν να θέλει να μου δώσει κουράγιο, να μη νιώθω ένοχος που δεν τον συνόδευσα στη μικρή του «εκστρατεία». Θα ψάξει να βρει και χόρτα ή άλλα μυρωδικά, γιατί σπανίζουν αυτή την εποχή στο χωριό.
Φεύγει, να αφήσει το μελλοντικό «γεύμα» στο σπίτι, αλλά επιστρέφει σε λίγα λεπτά. Με χτυπάει στην πλάτη, προφανώς θέλοντας να αποδιώξει (να ξεριζώσει) την κακή μου διάθεση, και «εξαπολύει» άλλη πρόταση -να πάμε να πούμε μια καλημέρα σε φίλους, που τρυγάνε τη σταφίδα τους· στο μεταξύ η ζέστη έχει επανακάμψει…
Διανύουμε μερικά χιλιόμετρα διασχίζοντας σχεδόν όλο τον κάμπο. Εχει γεμίσει ο τόπος καρυδιές, που δεν υπήρχαν πριν από μόλις λίγα χρόνια -συμφέρει, λένε, τούτη η καλλιέργεια και για τους καρπούς αλλά και για το ξύλο, που θεωρείται πολύτιμο εμπορικά.
Επίσης: μηλιές (πάντα καλλιεργούνταν αλλά όχι σε τόσο μεγάλη έκταση) και κυδωνιές -περίεργο, δεν τις θυμάμαι στο χωριό-, να κι ένα συρματοπλεγμένο χωράφι στο οποίο κάποιος εδώ και λίγα χρόνια έχει βάλει τρούφες (βολβοί πανάκριβοι στην αγορά, αλλά δύσκολο να βγουν πέρα· χρειάζονται και πέντε-έξι χρόνια για να ξεκινήσει η παραγωγή. Οι κάτοικοι του χωριού είναι δύσπιστοι…).
Φτάνουμε στο αμπέλι. Πόλεμος. Καμιά δεκαριά νοματαίοι, ο καθένας την αράδα του, κόβουν τα σταφύλια, τα βάζουν σε κλούβες και τις βγάζουν στην άκρη, να φορτωθούν στο τρακτέρ. Ιδρώνω μόνο που τους βλέπω.
Κάνει τρομερή ζέστη· είχα ξεχάσει πόσο αυξάνεται η ζέστη όταν τρυγάς… Βλέπω τον ξάδελφο να παίρνει μια κλούβα και να επιλέγει τη δική του αράδα. Παγώνω.
Κάνω μια προσπάθεια να τον μιμηθώ, να μη γίνω ρεζίλι· εις μάτην. Ζαλίζομαι. Με παροτρύνουν να καθίσω στη σκιά. Ζητάω ένα καπέλο και σέρνω το σαρκίο πίσω από τη δική μου αράδα. Τα καταφέρνω.
Το βράδυ έκανα τον σπουδαίο στο χωριό -αλλά δεν κρύβεται πλέον η αστική αλλοτρίωσή μου, η απώλεια της επαφής με τον μόχθο του αγρότη. Ξέρω, όμως, ότι στο βάθος αντέχω…
