Οι επόμενες εκλογές δεν θα κριθούν από το ποιος είναι πιο δημοσιονομικά υπεύθυνος. Αυτό το επιβάλλουν ήδη οι ευρωπαϊκοί κανόνες, αν και βρίσκονται υπό διαπραγμάτευση για να μπορούν να αντιμετωπίσουν τις εξελίξεις και την ανθεκτικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Η πραγματική σύγκρουση θα είναι, ποιος αποφασίζει πού θα πηγαίνει κάθε επιπλέον ευρώ που δημιουργεί η ελληνική οικονομία. Στην πρόωρη αποπληρωμή του δημόσιου χρέους ή στην αποπληρωμή του κοινωνικού και ιδιωτικού χρέους.
Η σημερινή κυβέρνηση έχει κάνει τις επιλογές της, ενώ στον δημόσιο διάλογο επιδιώκει να συμπαρασύρει την αντιπολίτευση σε μια αδιέξοδη και προσχηματική συζήτηση του τύπου: «Είστε υπέρ ή κατά της δημοσιονομικής πειθαρχίας;»
Καθημερινά δε, ξεδιπλώνει την αρχιτεκτονική της δικής της οικονομικής πολιτικής, που μπορεί να περιγραφεί, με την μεταφορά του οικονομικού κινδύνου, από το κράτος, στον πολίτη. Μια συνεκτική σύνδεση των κυβερνητικών επιλογών που είναι ενδεικτικές των δεσμευτικών και αμφιλεγόμενων πολιτικών της, είναι:
• Η πρόωρη αποπληρωμή δημόσιου χρέους, όπου το κράτος μειώνει τις υποχρεώσεις του έναντι των δανειστών.
• Το Ιδιωτικό χρέος, όπου οι πολίτες καλούνται να διαχειριστούν μεγαλύτερο οικονομικό βάρος
• Τα Επαγγελματικά ταμεία (σε νέα εξαγγελία), όπου το μεγαλύτερο μέρος της μελλοντικής συνταξιοδοτικής ασφάλειας φαίνεται, σε αντίθεση ακόμη και με ευρωπαϊκά πρότυπα, να μεταφέρεται στην ατομική αποταμίευση και στις αποδόσεις των αγορών.
• Η Στεγαστική πολιτική, με περιορισμένη δημόσια παρέμβαση αλλά με μεγαλύτερη εξάρτηση από δανεισμό ή την αγορά.
• Η Υγεία και ιδιωτική ασφάλιση, με σταδιακή ενίσχυση του ιδιωτικού πυλώνα σε ορισμένους τομείς.
Εδώ υπάρχει ένας πολύ ισχυρός, συντηρητικός, πολιτικός άξονας.
Προφανώς, τα ζητήματα αυτά και οι αντίστοιχες μεταρρυθμίσεις που ακολουθούν, μπορεί να αποτελέσουν την ουσία της πολιτικής και κομματικής αντιπαράθεσης, ενόψει και της πρώιμης έναρξης του προεκλογικού κλίματος και των ΔΕΘικών παροχών.
Απέναντι στον κυβερνητικό αυτό άξονα, οι προκλήσεις για αντίκρουση των οικονομικών επιλογών της κυβέρνησης, θα μπορούσε να είναι:
• Με ποιες δημοσιονομικές πολιτικές στηρίζεται η οικονομία και πως δημιουργείται ο δημοσιονομικός χώρος
• Αφού υπάρχει δημοσιονομικός χώρος, ποιος αποφασίζει την κοινωνική του αξιοποίηση;
• Από ποιο σημείο και μετά, η ταχύτερη απομείωση του χρέους παύει να είναι η βέλτιστη χρήση του δημοσιονομικού χώρου;
Αυτό ακριβώς πρέπει να είναι το πεδίο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Όχι αν πρέπει να υπάρχει δημοσιονομική υπευθυνότητα, αλλά ποια είναι η βέλτιστη αξιοποίηση του δημοσιονομικού χώρου που δημιουργείται.
Να επισημανθεί ότι οι κανόνες της ΕΕ, υπαγορεύουν ποιες πολιτικές πρέπει να εφαρμόσει μια κυβέρνηση με σαφή κοστολόγηση τους. Η επιλογή όμως, του που θα κατευθυνθούν οι διαθέσιμοι πόροι, όπως πχ. πρόωρη αποπληρωμή χρέους, φορολογικές ελαφρύνσεις, κοινωνική κατοικία, υγεία, παιδεία, άμυνα ή επενδύσεις, αποτελεί πρωτίστως πολιτική απόφαση της κάθε κυβέρνησης.
Η οικονομία συνεπώς, δεν αξιολογείται μόνο από το ύψος του χρέους.
Δεν είναι τυχαίο ότι, παρά τη σημαντική δημοσιονομική πρόοδο, η Ελλάδα εξακολουθεί να καλείται να αντιμετωπίσει διαρθρωτικές αδυναμίες που επισημαίνουν συστηματικά, τόσο οι ευρωπαϊκοί θεσμοί όσο και οι διεθνείς οργανισμοί όπως, χαμηλή παραγωγικότητα, επενδυτικό κενό, πολύπλοκο φορολογικό σύστημα, αργή δικαιοσύνη, δημογραφική γήρανση και περιορισμένη καινοτομία.
Η χώρα χρειάζεται μια νέα ισορροπία. Ο στόχος είναι να αυξηθεί, η αναπτυξιακή ικανότητα της χώρας, οι πραγματικές επενδύσεις για τη βιωσιμότητα του χρέους, η αναδιανομή με κοινωνική συμμετοχή, γιατί μια οικονομία που αναπτύσσεται, διατηρεί ευκολότερα και τη δημοσιονομική της ισορροπία.
Με την εξέλιξη αυτή, θα μπορεί να σχεδιαστεί μια διαχρονική ανακατανομή του υπερπλεονάσματος.
Το υπερπλεόνασμα, δεν είναι ιδιοκτησία του κράτους, ούτε λογιστικό τρόπαιο της κυβέρνησης. Είναι προϊόν των θυσιών της κοινωνίας. Επομένως, ένα μέρος του, πρέπει να επιστρέφει στους πολίτες, είτε μέσω μείωσης του ιδιωτικού χρέους, είτε μέσω ενίσχυσης της αποταμίευσης, είτε μέσω στήριξης της κατοικίας, είτε μέσω ενίσχυσης των ασφαλιστικών ταμείων και άλλων διαρθρωτικών κοινωνικών πολιτικών.
Η Ελλάδα, χρειάζεται περισσότερη «πολιτική φαντασία» για το πώς θα αξιοποιήσει τον δημοσιονομικό χώρο που με τόσο κόπο δημιουργεί. Γιατί η βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους, δεν εξαρτάται μόνο από το πόσο γρήγορα το αποπληρώνεις.
Αν ο προοδευτικός χώρος αναζητά σήμερα ένα κοινό οικονομικό αφήγημα, αυτό δεν μπορεί να είναι η αμφισβήτηση της δημοσιονομικής υπευθυνότητας. Μπορεί να είναι μια νέα συμφωνία δημοσιονομικής πολιτικής και αξιοποίησης της δημοσιονομικής υπεραπόδοσης. Εκεί μπορεί να οικοδομηθεί μια πραγματική προγραμματική σύγκλιση
Χρειάζεται εθνικός διάλογος για ένα «Κοινωνικό Κανόνα Δημοσιονομικής Υπεραπόδοσης».
Μια εναλλακτική προοδευτική δημοσιονομική θεωρία που δεν αμφισβητεί τους ευρωπαϊκούς κανόνες, που συμφωνεί στην πολιτική τους ερμηνεία, θα μπορούσε να είναι μια συλλογική, προοδευτική, εθνική απόφαση. Μια προγραμματική πρόταση οικονομικής πολιτικής, με τέσσερις ιδέες που αξίζει να αποτελέσουν έναν ενιαίο άξονα:
1. Οι δημοσιονομικοί κανόνες δεν επιβάλλουν τις πολιτικές προτεραιότητες, αλλά καθορίζουν το πλαίσιο, όπως και ευρωπαϊκά προβλέπεται.
2. Η κοινωνική απόδοση της δημοσιονομικής υπεραπόδοσης είναι μια μόνιμη αρχή δημοσιονομικής πολιτικής, όπου κάθε υπέρβαση των δημοσιονομικών στόχων πρέπει να μετατρέπεται εν μέρει σε επένδυση για το μέλλον της χώρα, όπως στέγαση, δημογραφικό, παιδεία, καινοτομία, να μειώνουν το ιδιωτικό χρέος, να ενισχύουν την αποταμίευση, τα ασφαλιστικά ταμεία και άλλες παραγωγικές κοινωνικές επενδύσεις.
3. Η Διπλή Δημοσιονομική Βιωσιμότητα, όπου η χώρα είναι πραγματικά υγιής όταν μειώνει το δημόσιο χρέος ταυτόχρονα με το ιδιωτικό χρέος, νοικοκυριών και επιχειρήσεων.
4. Η νέα έννοια του εθνικού πλούτου, όπου η δημοσιονομική αξιοπιστία δεν μετριέται μόνο με το ύψος του δημόσιου χρέους. Μετριέται και με το ανθρώπινο κεφάλαιο, τη στέγαση των νέων, τη δημογραφική ανθεκτικότητα, την παραγωγικότητα και την κοινωνική συνοχή.
Θα μπορούσε, η εναλλακτική προοδευτική δημοσιονομική θεωρία να είναι και ο δημοσιονομικός κανόνας προοδευτικής διακυβέρνησης, δηλαδή μια αρχή οικονομικής πολιτικής.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται μόνο μικρότερο δημόσιο χρέος. Χρειάζεται μικρότερο κοινωνικό χρέος.
Οι επόμενες γενιές δεν θα μας κρίνουν μόνο από το πόσο μειώθηκε το δημόσιο χρέος, αλλά και από το εάν, η οικονομική εξυγίανση συνοδεύτηκε από την εκπλήρωση του κοινωνικού χρέους απέναντι τους.
Αυτός είναι ο πραγματικός διαχωρισμός ανάμεσα σε μια συντηρητική και σε μια προοδευτική δημοσιονομική πολιτική.
*Η Κατερίνα Μπατζελή είναι πρώην υπουργός, βουλευτής και ευρωβουλευτής.
