Η τέχνη της πολιτικής είναι η ικανότητα του να πείθεις, αφαιρώντας όλα τα επιχειρήματα από τον αντίπαλο. Αυτό προϋποθέτει έναν δημόσιο διάλογο μεταξύ όλων των υποψηφίων, στο ηγετικό βέβαια επίπεδο. Διάλογος δεν υπάρχει. Ο πρωθυπουργός αρνείται παρά το ότι ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης επιμένει να τον προ(σ)καλεί, διότι -λέει- ο αντίπαλος τον έχει υβρίσει, ξεχνώντας ότι οι «ύβρεις» περιέχουν πολιτική κριτική. Προφανώς δεν αντέχει την κριτική, διότι νιώθει ένοχος, κενός από επιχειρήματα. Η πραγματικότητα βοά. Ούτε οι μετανάστες ούτε οι άθεοι φταίνε για την κατάντια της χώρας, ούτε οι «τρομοκράτες» ούτε ο «υπονομευτικός» ΣΥΡΙΖΑ, ούτε τέλος πάντων όλοι οι άλλοι πλην του ιδίου και της κυβέρνησής του.
Αντί διαλόγου βλέπουμε απλές καταγγελίες, μεγαληγορίες, ανυπόστατες «αλήθειες» εκ μέρους κυρίως των δύο πρώτων, δημοσκοπικά, κομμάτων και των υποψηφίων του Ποταμιού (όλο σκέρτσο και νάζι και δήθεν άνεση κ.λπ. εκ μέρους των τελευταίων). Η Ν.Δ. έχει υπερβεί κάθε μέτρο και ο πρωθυπουργός προκαλεί αισθήματα δυσφορίας στους σοβαρούς κυρίως ψηφοφόρους του κόμματός του. Στην άλλη πλευρά μερικά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ διακρίνονται από έπαρση και αλαζονεία που δεν προδιαθέτει θετικά τους αναποφάσιστους δυνάμει ψηφοφόρους του. Θα ήταν ευχής έργον να εξοριστούν η αμετροέπεια και η οίηση, ο χλευασμός και η λοιδορία των αντιπάλων. Ας βασιστεί ο καθένας στις δικές του δυνάμεις, στο δικό του πολιτικό και οικονομικό πρόγραμμα. Ο,τι συμβαίνει τώρα μόνο θλίψη προκαλεί στους εχέφρονες πολίτες.
Ελπίδα όλων -δυστυχώς- είναι η κατάληψη της εξουσίας από τον ΣΥΡΙΖΑ (δυστυχώς διότι εξαιρούνται έτσι τα κινήματα «από τα κάτω», αποκλείεται δηλαδή η λειτουργία μιας πραγματικής δημοκρατίας). Αυτή την ελπίδα εκμεταλλεύονται πολλά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ και κομπάζουν γι’ αυτοδυναμία πλέον. Ωραία, την κατάκτησαν ας πούμε τούτη την περιβόητη αυτοδυναμία. Και; Θα τους αποφέρει τόσες έδρες ώστε να ασκήσουν απρόσκοπτα την πολιτική τους; Καταλαβαίνω την ηθικά άγρια ικανοποίηση των πολλών, γιατί, επιτέλους, θα έχουμε μια αριστερή κυβέρνηση στην Ελλάδα. Μετά; Θα έχουν μεν την πρωτιά αλλά όχι ικανό ποσοστό ώστε να επικαλούνται το λαϊκό έρεισμα, την υποστήριξη δηλαδή της κοινωνίας, που είναι και το (κρίσιμο) ζητούμενο.
Οι αυτοδυναμίες δεν είναι πανάκεια, είναι συναισθηματισμός, άρα δεν έχει και πολλή συνάφεια με την πραγματικότητα, παρ’ ότι το συναίσθημα είναι απαραίτητο στις καθημερινές κοινωνικές σχέσεις. Η ζωή -το λένε και στις διαφημίσεις- δεν είναι ποτέ άσπρο μαύρο, στο στενό της πλαίσιο χωρούν όλα τα χρώματα (αρώματα και λοιπά). Το μέλλον δείχνει να απαιτεί από τα πολιτικά κόμματα μια συνεννόηση, μια κατ’ αρχήν συμφωνία σε κεντρικά, εθνικά θέματα (υγεία, παιδεία, ενέργεια κ.ά.), μια προγραμματική σύγκλιση. Τα κόμματά μας όμως φαίνονται αόμματα, περιφρονούν το μέλλον, αλλά και το παρόν που είναι μέλλον θέλει δεν θέλει, αφού το τώρα είναι φευγαλέο. Ο χωρισμός όμως της πολιτικής σε κεντροδεξιά – κεντροαριστερά έχει αρχίσει· καλά πάει.
Φαίνεται να συμφωνούν πολλοί. Τι άλλο να κάνουν; Η κοινωνία τούς βοηθά, αφού έχει εγκαταλείψει κάθε προσπάθεια να γίνει η ίδια θεσμικός φορέας της πολιτικής. Οι αντιπρόσωποι πάνω απ’ όλα, τα γνωστά.
Εχει ενδιαφέρον ότι κανένα από τα κόμματα δεν έχει προβεί σε κάποια αυτοκριτική για το φαινόμενο του ναζιστικού κόμματος το οποίο, παρά τη φυλάκιση των στελεχών του, εξακολουθεί να εμφανίζεται στις δημοσκοπήσεις ως τρίτο κόμμα. Κάποιος φέρει ευθύνες γι’ αυτό, πέρα από τον φανατισμό ή την «αφέλεια» των υποστηρικτών των νεοναζιστών. Πέρα από τον ενθουσιασμό και τα πανηγύρια, υπάρχει η όντως πραγματικότητα που υπερέχει του φαντασιακού του καθενός μας. Αρα; Σοβαρότητα, τι άλλο…
