Η προσφυγική κρίση την τελευταία διετία έχει επισκιάσει τα ζητήματα των μεταναστών αναφορικά με τη θέση τους στην ελληνική κοινωνία, τις σχέσεις τους με το κράτος και τις προοπτικές ενσωμάτωσης στον άξονα του χρόνου.
Από την άλλη πλευρά, ο μεγάλος μεταναστευτικός πληθυσμός της Ελλάδας έχει περάσει την πρώτη φάση της προσωρινής αβεβαιότητας και χαρακτηρίζεται από μονιμότητα. Ποια όμως τα όρια της προσωρινότητας;
Ποια τα δικαιο-πολιτικά της όρια και ποιες οι κοινωνικές της παράμετροι;
Την έννοια της προσωρινότητας προσπάθησε να μελετήσει ένα ερευνητικό πρόγραμμα (EURA-NET) αναφορικά με τον μεταβατικό και προσωρινό –ή μη– χαρακτήρα που έχουν οι μετακινήσεις των ανθρώπων ανάμεσα στην Ευρώπη και την Ασία.
Η έρευνα που υλοποιήθηκε από πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα στην Ασία και την Ευρώπη (Φινλανδία, Γερμανία, Ελλάδα, Τουρκία, Ολλανδία, Ουγγαρία, Ουκρανία, Ινδία, Φιλιππίνες, Κίνα, Ταϊλάνδη) κατέδειξε πως οι μετακινήσεις των ατόμων, τουλάχιστον για την περίπτωση της Ελλάδας και για τις μεταναστευτικές ροές από την Ασία με κατεύθυνση την Ευρώπη, φέρουν με τρόπο οξύμωρο ταυτοχρόνως τα αντιφατικά χαρακτηριστικά μιας μόνιμης προσωρινότητας.
Για τους μετακινούμενους από την Ασία και την Αφρική, η Ελλάδα συχνά αποτελεί μεταβατικό τόπο προσωρινής διαμονής στον δρόμο προς άλλες χώρες-μέλη της Ε.Ε.
Η έρευνα δείχνει πως η προσωρινή μετανάστευση είχε σημαντικά αποτελέσματα σχετικά με ό,τι θεωρείται πως ανήκει στη σφαίρα των «μόνιμων» δομών των χωρών υποδοχής των μεταναστευτικών ροών.
Ετσι, το γεγονός, για παράδειγμα, ότι οι περισσότεροι προσωρινά μετακινούμενοι εργάζονται σε χαμηλά αμειβόμενες εργασίες παράγει μόνιμα αποτελέσματα για την ταξική διάρθρωση στην Ελλάδα και για την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας.
Σε μια χώρα όπου η αγορά εργασίας υπολείπεται θέσεων μόνιμης εργασίας και όπου οι πολιτικές αλλαγές είναι ραγδαίες, η αφομοίωση στην προσωρινότητα φτάνει στα άκρα.
Η παραπάνω συνθήκη διαμορφώνει δυναμικές διαδικασίες με μεταβλητά όρια. Αυτή η όψη της προσωρινότητας είναι διεθνική και εμπεριέχει πολλαπλούς χρόνους, επηρεάζεται από το παρελθόν, διαμορφώνει το παρόν και προοιωνίζεται το μέλλον.
Θεωρητικά, ό,τι περιγράφηκε νωρίτερα μπορεί να σημαίνει την ανάγκη να αναθεωρήσουμε το περιεχόμενο της έννοιας της προσωρινότητας, μια και η τελευταία φέρει ιδιαίτερα αντιφατικά χαρακτηριστικά.
Σε πρακτικό επίπεδο, η συνθήκη του προσωρινού, όταν γίνεται πλέον μόνιμη, αναμοχλεύει παλαιότερες και προκαλεί νέες αβεβαιότητες τόσο για τους ίδιους τους μετακινούμενους όσο και για τις χώρες στις οποίες αυτοί διαβιούν.
Σχετικά με τη χάραξη και εφαρμογή μεταναστευτικής πολιτικής κρίνεται μεγάλη η ανάγκη για την εφαρμογή ενός πλαισίου που θα επιτρέπει σε μετανάστες, χώρες υποδοχής και κράτη να μπορούν να σχεδιάσουν περισσότερο μακροπρόθεσμα μελλοντικά πλάνα, άρα να εγγυηθούν κοινωνική ασφάλεια.
Το παραπάνω μπορεί να συνδεθεί με τις βίζες, τις άδειες εργασίας, την κοινωνική πρόνοια και την υγειονομική περίθαλψη, τις παροχές στην εκπαίδευση και τα πολιτικά δικαιώματα.
Η προσωρινότητα, λοιπόν, ορίζεται από τις επιδιώξεις των μετακινούμενων και τις προσδοκίες τους, αλλά και από τις στάσεις των κοινωνιών υποδοχής, το νομοθετικό πλαίσιο και τις μεταναστευτικές πολιτικές των κρατών και της Ε.Ε. Ενα μετακινούμενο όριο συμπερίληψης αλλά και αποκλεισμού, που αξίζει να το ξαναδούμε με κριτική ματιά.
* εκπαιδευτικός, υποψ. διδάκτωρ Παντείου Πανεπιστημίου,
** καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, προέδρος της Ελληνικής Ενωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου
