ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Βασιλική Στεργίου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σκόνταψε πάνω στο μισό της χαμόγελο όταν τον υποδέχτηκε στην πόρτα, όπως σκοντάφτει κανείς σε κάτι αναπάντεχο που αναστατώνει μια βεβαιότητα· το χαμόγελό της θα έπρεπε να είναι διάπλατο και δεν ήταν· τον θύμωσε πολύ αυτό. Δεν έστρωσε κόκκινο χαλί καθώς τον περίμενε να γυρίσει απ’ τη δουλειά, δεν γυάλισε καν εκείνο με τα ξεθυμασμένα χρώματα.

Ολη τη μέρα φυσούσε· αυτός ο αέρας τού έσπαγε τα νεύρα, κατσάρωνε τα μαλλιά του, αποσυντόνιζε τα βήματά του, ταλάντευε το κεφάλι του πέρα-δώθε και μετακινούσε τις συνάψεις του εγκεφάλου του, τις ανακάτευε, και τότε βούιζαν μέσα του οι φωνές της και τα λόγια της σαν ένα τρελό σμήνος από πεταλούδες και πουλιά· τις μισούσε τις πεταλούδες, μισούσε την ίδια, μισούσε και τα πουλιά.

Η γυναίκα του ήταν σαν αυτόν τον ατίθασο αέρα, απρόβλεπτη, παιχνιδιάρα, μυστηριώδης· τι έλεγε η μάνα του γι’ αυτές τις γυναίκες, αναρωτιόταν τώρα, έλεγε πως δεν έχουνε μυαλό στο κεφάλι τους, μόνο λούσα και βόλτες και το μουνί τους πάντα μουσκεμένο σαν γεράνι κατακόκκινο στη βροχή· τι σκεφτόταν κι αυτή η μάνα του που δεν χόρτασε χαρά στα σκέλια της και φθονούσε τις ξετσίπωτες τις ερωτιάρες· ναι, είχε δίκιο η κυρα-Μάρω που την είχε κορόνα στο κεφάλι του, η γυναίκα του ήθελε να τον καταπιεί με τη σαγήνη της και η μήτρα της γύρευε να τον ρουφήξει ολόκληρο σαν σκούπα ηλεκτρική.

Για λίγο ο αέρας, ο φυσικός αέρας, έμεινε απ’ έξω· τη διέταξε να κλείσει τα παράθυρα, εκείνη έτρεξε και το έκανε, μετά έστρωσε το τραπέζι. «Το φαγητό είναι άνοστο» της είπε, και πέταξε με οργή και βρισιές το πιάτο στο πάτωμα. Εκείνη τραβήχτηκε πίσω σαν τρομαγμένο ζώο και τον παρακάλεσε να μην τη χτυπήσει πάλι. Μετά μαζεύτηκε σε μια γωνιά και ευχήθηκε να σβήσει η λάμψη από πάνω της και τα τρυφερά χέρια της, που μόνο να τον χαϊδεύουν ήξεραν, να ξεραθούν σαν τα κλαράκια που τα καίει ήλιος δυνατός.

Ωσπου τη σκότωσε. Στάθηκε πάνω απ’ το νεκρό σώμα της, την κοίταξε και της είπε: Κάποτε μου ανήκες γυναίκα, όπως μου ανήκαν τα δάση, οι αστραπές, τα κομμένα κεφάλια των εχθρών μου που με αυτά έπαιζα κλοτσώντας τα στο παχύ χορτάρι. Μου ανήκες, όπως οι σκαλιστοί θυρεοί, τα αρνιά στα παχνιά τους που τα έσφαζα για να τιμήσω τους αιμοδιψείς θεούς μου, τα βλοσυρά σκήπτρα, οι στρατιές των δούλων μου, η μεγαλειώδης μοναξιά μου μετά το τέλος των μαχών, η γλυκιά κούραση μετά το κυνήγι των σπαραγμένων θηραμάτων μέσα στην πιο βαθιά νύχτα.

Ακου, όμως, γυναίκα, που τα ανοιχτά σου μάτια θέλω να σφραγίσω με τη μάταιη σκόνη που σήκωσαν τα σανδάλια μου καθώς διέσχιζα ηρωικά με το άλογό μου τις στέπες και τα δύσβατα φαράγγια: τίποτα πια δεν μου ανήκει. Καμία δόξα, κανένας άθλος, κανένα εκτυφλωτικό κατόρθωμα. Είμαι γυμνός. Είμαι άδειος. Είμαι το κούφιο κέλυφος αυτού που κάποτε υπήρξα. Μισός άντρας. Και καθόλου άνθρωπος. Ναι, γυναίκα, το κατάφερα κι αυτό.

*Συγγραφέας