Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Εσπασα ένα πιάτο. Οπως ήταν με τη σαπουνάδα, γλίστρησε από τα χέρια μου. Εγινε δυο κομμάτια στον νεροχύτη∙ ισομεγέθη, μετρημένα! Σπάνια σπάω πιάτα και ποτήρια. Γενικά, δεν είμαι αδέξιος. Ημουν ο μικρότερος μιας μάνας που είχε τέσσερα αγόρια και σκοτωνόταν στη δουλειά. Ασε πια τα μύρια βάσανα εκείνης της εποχής.

Οι δύο μικρότεροι, όσο μπορούσαμε τη βοηθούσαμε στις δουλειές του σπιτιού. Περνούσαν απ’ έξω τα κορίτσια της γειτονιάς και μας έκαναν καζούρα. Κάπως έτσι αποκτήσαμε, με τον αδελφό μου, μια οικειότητα με τα οικιακά, που τη βαστάμε ακόμα. Σπάνια, επομένως, σπάω πιάτα και ποτήρια από απροσεξία. Απλώς, το περί ου ο λόγος πιάτο, έτυχε.

Ηταν ένα πιάτο που θα μπορούσες να το πεις φτηνιάρικο∙ απ’ αυτά που έδιναν με κουπόνια στα βενζινάδικα: λευκό, διακοσμημένο με φίνο μπλε σχεδιάκι -μια παλιά βρύση αυλής, από τις μπρούτζινες, με στρόφιγγα που έτρεχε νερό- στο μέσα μέρος (στα χείλια, που λέγονται και περίδρομος∙ εξ ου και το παροιμιώδες: έφαγα τον περίδρομο). Δεν έλειπε ποτέ, χρόνια τώρα, από το στραγγιστήρι του νεροχύτη.

Ακόμα κι όταν φεύγαμε με τη γυναίκα μου για ταξίδι ή και διακοπές. Ταλαιπωρημένο από τη χρήση, με χρώμα κάπως σπασμένο στο φόντο, σαν πρόσωπο με ρυτίδες, κι ένα τραυματάκι στα χείλια, είχε γίνει πιάτο πρώτης ανάγκης. «Τόσα πιάτα έχουμε στο σπίτι και δεν λέμε να ξεκολλήσουμε απ’ αυτό! Κανείς μας δεν βρίσκει το θάρρος να το πετάξει!», έλεγε γελώντας η γυναίκα μου.

Τώρα που, μετά την απώλεια, το σκέφτομαι, από ανατομικής απόψεως το πιάτο είχε απολύτως δίκαιο που παρέμενε, επί χρόνια, στο πόστο του: σε διαρκή ζήτηση και υπηρεσία. Διότι ήταν ένα πιάτο, από κάθε άποψη, μοναδικό.

Σχεδιασμένο στη βάση της χρυσής τομής∙ ούτε μεγάλο ούτε μικρό, ούτε πολύ βαθύ ούτε ρηχό. Ενα πιάτο βολικό. Κατάλληλο για πρωινό, για γεύμα λιτό, ακόμα και για σούπα, αλλά και για φρούτο το βράδυ… Οταν μου γλίστρησε και το είδα σε δύο, διαιρεμένα ακριβώς, κομμάτια στον νεροχύτη, πρώτα στεναχωρήθηκα. Τόσες αναμνήσεις από ένα πιάτο!

Μετά, από ανάμνηση σε ανάμνηση, είναι και στο ντι-εν-έι μου η νοσταλγία, το ’χει το αίμα μου, πηγαίνοντας όλο και πιο πίσω θυμήθηκα τη μητέρα. Η στεναχώρια υποχώρησε και ευθύμησα. Γιατί θυμήθηκα τα –σπάνια, αλλά ανεξίτηλα– οικογενειακά μας γλέντια, που ποτέ δεν θα ξεθωριάσουν.

Τότε που η μητέρα μεράκλωνε, άναβε ένα τσιγάρο (μπορεί να ήταν και το μοναδικό του χρόνου, που το φουμάριζε με προσποίηση θεριακλούς καπνίστριας!), τραγουδούσε το «Γελεκάκι» και το «Μου παρήγγειλε τ’ αηδόνι», έλεγε «Οπατις» και «Αλατις» και έσπαγε πιάτα. Θυμάμαι το τελετουργικό του σπασίματος: Εξέταζε το πιάτο προσεκτικά μπρος-πίσω.

Τα «Οπατις» και τα «Αλατις» τα απένεμε μόνο σε πιάτα που είχαν κάποιο ελάττωμα: ένα ράισμα, ένα γδάρσιμο. Σ’ αυτά έδινε ένα «Οπατις» και τα τσάκιζε θριαμβευτικά στο τσιμέντο. Οσα δεν ενέκρινε η εξέταση, τα αρτιμελή, τα ακουμπούσε ξανά προσεκτικά στο τραπέζι! «Σπάσε και κανένα καλό, ρε μάνα!», την παρακινούσαμε.