Φτάνοντας στο στέκι της Καλλιδρομίου, το περασμένο φθινόπωρο, η παρέα ήταν εκεί, με ανεπτυγμένη ήδη την ευθυμία της. Χαιρέτησα βιαστικά και κάθομαι. Απέναντί μου ένας σοβαρός κύριος, απολαμβάνει ήσυχα την μπίρα του και με κοιτάζει μ’ ένα πολύ συμπαθητικό χαμόγελο. Κανένας δεν μας συστήνει.
Επικρατεί μια αμήχανη σιωπή. Τείνω, τυπικά, το χέρι μου στον, όπως δείχνει, καλοξυρισμένο, μ’ ένα σκούφο στο κεφάλι του άντρα. Αργά και σταθερά σηκώνεται όρθιος και βλέπω, κατάπληκτος, με μεγάλα μαύρα γράμματα στο κατάλευκο μπλουζάκι του το εξής: Είμαι ο Γιάννης Καλαϊτζής (!). Ν’ άνοιγε η γη να με καταπιεί.
Μετά το σοκ ανταλλάσσουμε χειραψία κι εναγκαλιζόμαστε. Η καρδιά μου χτύπαγε ξέφρενα, όμως δεν συγχωρούσα στον εαυτό μου την ανικανότητα να αναγνωρίσω τον Γιάννη, παρά το ότι είχε απολέσει το τριχωτό της κεφαλής του μετά από μια «επιθετική» ακτινοβολία. Θαύμασα, όμως, όπως και όλοι, το μεγαλείο του, τον απόλυτο αυτοσαρκασμό του, πικρό και υπέροχα υπερβατικό.
Μας εξηγούσε αργότερα ότι μετά την απώλεια της γενειάδας του (είχε χάσει και αρκετό βάρος) περπατούσε στα στενά των Εξαρχείων και στη Λαϊκή του Σαββάτου, συναντούσε γνωστούς, αμέτρητους γνωστούς και ουδείς τον αναγνώριζε. Το υψηλό αίσθημα του χιούμορ που τον διέκρινε τού ‘ριξε την ιδέα για το μπλουζάκι με το όνομά του. Κόντρα σε όλα, όπως σε όλη τη ζωή του, βοηθούσε κατ’ αυτόν τον τρόπο όλους εμάς τους ανίδεους να συμφιλιωθούμε με την αρρώστια του, μας καλούσε σ’ ένα παράδοξο πανηγύρι του ξεπεράσματος της μοίρας.
Θεωρούσε τη συμμετοχή του στη συνεταιριστική «Εφημερίδα των Συντακτών» μία από τις κορυφαίες στιγμές της σταδιοδρομίας του. Πρόσφερε απλόχερα και ανιδιοτελώς τα δαιμονικά σκίτσα του. Σκιτσογράφησε όλη την παρέα (αλλά και άγνωστους), όπου κι αν βρισκόμασταν· σε χαρτοπετσέτες, σε πακέτα από τσιγάρα, σε τραπεζομάντιλα, πάνω στα ίδια τα τραπέζια.
Εντυπωσίαζε όλους μας πόσο ακούραστος ταξιδευτής ήταν και πόσο πλούσιες ήταν οι γνώσεις που είχε αποκομίσει. Είχε επισκεφτεί όλο τον κόσμο (του λόγου και της ζωγραφικής εικόνας), είχε συναντηθεί μ’ όλα σχεδόν τα ιερά τέρατά τους. Για τη διακονία στην τέχνη του θα μιλήσουν άλλοι.
Στέκομαι λίγο (έχουν υπάρξει πολλά ξενύχτια μαζί του, πάνω σ’ αυτό) στη σχέση του με τη λογοτεχνία. Είχε καταβροχθίσει όλα τα μεγάλα κείμενα -και δεν ήταν καθόλου δυσπεπτικός… Ο ίδιος έγραφε μοναδικά. Είχε έναν λοξό τρόπο γραφής, αιρετικό, δύσκολο, απαιτητικό, διεισδυτικό, γεμάτο αλληγορίες, μεταφορές, υπαινιγμούς, συνεκδοχές.
Σκωπτικός κι ανελεήμων, επιθετικός και κυνικός (ενίοτε), αλλά πόσο μεγαλόθυμος, πόσο τρυφερός. Τρυφερός! Στο κρεβάτι του νοσοκομείου και μετά από παρότρυνση του φίλου του, εκδότη Αιμίλιου Καλιακάτσου (ξανα)διάβασε όλον τον Ροΐδη και επέλεξε αφορισμούς του μεγάλου μας συγγραφέα μ’ έναν μικρό πρόλογο που θα τον ζήλευαν οι καλύτεροι πεζογράφοι (και δοκιμιογράφοι και άλλοι γράφοντες). Ευτύχησε και είδε την προσπάθειά του τυπωμένη. Κυκλοφορούν κι άλλα δύο βιβλία του από τις εκδόσεις του φίλου του (εκδ. «Στιγμή»).
Γεννήθηκε στα παραπήγματα της Κοκκινιάς. Ποτέ δεν έφυγε από κει. Μάλλον, έβαλε την Κοκκινιά μέσα του και την κουβαλούσε ώς το τέλος της ζωής του σε άλλη λαϊκή γειτονιά, στα Εξάρχεια. Την πρόσεχε σαν κόρη οφθαλμού, ήταν οι ρίζες του· γερές, πλούσιες, βαθιές. Αυτές που όρθωσαν το θαυμάσιο καρποφόρο δέντρο της τέχνης του, του λόγου του.
Στο περιοδικό που ίδρυσε («Γαλέρα») ισομοίρασε τις σελίδες του στους γραφιάδες και τους σκιτσογράφους, στον λόγο και την εικόνα. Προσπάθησε να γίνει ένας ολοκληρωμένος- αριστερός- εγγράμματος- φιλοσοφημένος άνθρωπος. Τα κατάφερε. Στο καλό, Γιάννη.
