Τώρα που το σκέφτομαι είναι αλήθεια πως ο Κωστάκης Καραμανλής μπορεί να κατέχει ένα μοναδικό ρεκόρ πονηριάς, πολιτικής πονηριάς εννοώ, παγκοσμίως. Οταν βγήκε πρωθυπουργός το γλέντησε για τα καλά επί μία τετραετία –μαζί κι όλη η χώρα δηλαδή–, και να οι Ολυμπιάδες και να η Γιουροβίζιον, γλέντια, γλέντια, γλέντια. Στο τέλος, βέβαια, της τετραετίας έγιναν εκλογές, ξαναβγήκε.
Αλλά στον χρόνο πάνω από τη δεύτερη εκλογή, ήταν που ήταν χάλια η οικονομική κατάσταση της χώρας, ήρθε και η κρίση, η παγκόσμια κρίση. Και τότε αυτός σκέφτηκε ένα πραγματικά δαιμόνιο σχέδιο: βγήκε με μια σπάνια στα παγκόσμια χρονικά πολιτική ειλικρίνεια και είπε ότι τα οικονομικά πράγματα διεθνώς είναι χάλια και πρέπει να γίνουν εκλογές για να του δώσει ο λαός το ελεύθερο να πάρει σκληρά μέτρα που είναι το μόνο που θα μπορέσει να σώσει τη χώρα από την καταστροφή. Κανείς δεν σκέφτηκε να του πει εκείνη την ώρα το απλό: πως δεν έχει κλείσει χρόνος από τις εκλογές, μια χαρά έχεις τη συγκατάθεση του λαού. Πόσες συγκαταθέσεις θέλεις πια;
Και στο κάτω κάτω, όφειλες να ξέρεις την οικονομική κατάσταση της χώρας γιατί εσύ την έχεις φέρει σ’ αυτή την κατάσταση. Δηλαδή, αν επιτίθενται οι Τούρκοι από τα ανατολικά εσύ, αντί να βγάλεις τον στρατό, θα κάνεις εκλογές; Κανείς δεν το σκέφτηκε να του απαντήσει έτσι, είχε και αντίπαλο που απέναντι σε όλα αυτά το μόνο που ήξερε να λέει είναι πως υπήρχαν λεφτά· και βέβαια, όπως το περίμενε και το ήθελε, έχασε τις εκλογές και εκείνος πήγε σπίτι του ενώ η χώρα ξεκίνησε να ζει μια μεγάλη περιπέτεια…
Προσέξτε, όμως, δεν πήγε σπίτι του, έμεινε πιστός τοποτηρητής της οικογένειας στο κόμμα και κρατώντας καλά και ντε μια βουλευτική θέση μπας χαθεί το «οικόπεδο» από την οικογένεια. Πρώτα έκανε ό,τι μπορούσε για να μην πάρει την αρχηγική θέση η Ντόρα Μπακογιάννη και προχωρήσει πολύ το Μητσοτακέικο στο «ξένο σπίτι»· έβαλε έναν άλλο που στο παρελθόν είχε ρίξει την οικογένεια για να ρίξει το κόμμα από την κυβέρνηση, κάπου μετά κι αυτός τα έκανε θάλασσα, αναγκάστηκε να κάνει τη μεγάλη υποχώρηση να δεχτεί επιτέλους να πάρει τη θέση του αρχηγού ένα μέλος της οικογένειας Μητσοτάκη, εκείνος όμως πάντα μπάστακας εκεί, γιατί υπήρχαν και άλλοι της οικογένειας με το ίδιο όνομα «στη φωτιά» που δεν είχαν προλάβει όμως να ψηθούν ακόμα.
Ο Μητσοτάκης, όμως, απ’ ό,τι φάνηκε δεν τα πήγε και τόσο χάλια, τουλάχιστον τόσο χάλια όσο θα περίμενε εκείνος. Και με τη γνωστή τακτική του αλλά και της οικογένειας γενικά άρχισε να κάνει «ομιλίες» με διφορούμενα «καρφιά» κατά του πρωθυπουργού. Την τελευταία φορά στην Κρήτη, αν θυμάμαι καλά…
Κανονικά, βέβαια, όπως κάθε σοβαρός πολιτικός, σαν τη Θάτσερ ή τη Μέρκελ, έπρεπε να είναι σπίτι του και όχι να καταχράται μια θέση βουλευτή. Εδώ ο Τσόρτσιλ και είχε πάει σπίτι του. Αλλά δεν βαριέσαι… στην Ελλάδα ζεις δεν υπάρχει ελπίς…
Δύο πράγματα για το φινάλε. 1ον. Γιατί αναρωτιούνται κάθε φορά τι εννοούσε ο Καραμανλής λέγοντας αυτό ή το άλλο στην ομιλία του και αν αυτό ήταν εναντίον του πρωθυπουργού του κόμματός του και δεν αναρωτιούνται γιατί μιλάει και είναι στη Βουλή και δεν είναι σπίτι του. 2ον. Θυμάμαι πάντα σε αυτές τις περιπτώσεις κάτι που μου είχε πει η υπέροχη, η αξέχαστη Αμαλία Καραμανλή κατόπιν Μεγαπάνου, πως «δεν καταλαβαίνω ειλικρινά όλη αυτή τη λατρεία και τα δήθεν κολλητά του Κώστα με την οικογένειά του. Εγώ αυτό που θυμάμαι είναι πως όταν μέναμε στην Καρνεάδου, πριν φύγουμε για το Παρίσι, δεν τους φώναζε στο σπίτι ούτε για καφέ».
