Μέρες που είναι –αφού γιορτάσαμε και την Κυριακή της Ορθοδοξίας, με λειτουργία στο Φανάρι και κάζουαλ συνάντηση σε ροζ φόντο αλλά με τουρκική ατζέντα των δύο ηγετών την ίδια μέρα στην Πόλη–, θυμήθηκα μια παραβολή από το Κατά Λουκάν (ΙΘ’, 11-26) Ευαγγέλιο, που συνοψίζω: Κάποιος αφέντης ετοιμαζόταν για ένα ταξίδι από το οποίο περίμενε να λάβει ένα υψηλό αξίωμα και να επιστρέψει κατόπιν στην πόλη του.
Πριν φύγει, κάλεσε τρεις δούλους του (σήμερα θα τους λέγαμε στελέχη ή εταίρους) και τους έδωσε από μία μνα, περίπου εκατό δραχμές της εποχής εκείνης, να τις δουλέψουν. Οταν γύρισε, τους ζήτησε τον λογαριασμό. Οι δύο πρώτοι τού είπαν πως επένδυσαν τα χρήματά του και αυτά τους απέφεραν το δεκαπλάσιο στον έναν και το πενταπλάσιο στον άλλο κέρδος. Ευχαριστημένος αυτός, τους άφησε τα κέρδη ως ανταμοιβή. Ο τρίτος του ομολόγησε πως, επειδή τον φοβόταν, δεν έκανε τίποτε με τη μνα για να μη ρισκάρει και, απλώς, την έκρυψε για να του την επιστρέψει. Η «συνετή» απόφαση του τρίτου δούλου αντί να τον εξασφαλίσει τον έβλαψε: τιμωρώντας τη δειλία του, ο κύριός του του πήρε και τη μία μνα που του είχε εμπιστευτεί και την έδωσε σε κείνον που ρισκάροντας είχε κερδίσει τις δέκα.
Το ερώτημα, αν το ρίσκο είναι πάντα επικίνδυνο και, αντιστρόφως, ακίνδυνη η πάση θυσία αποφυγή του, είναι κάτι που αναδύεται όχι μόνον από τα ιερά κείμενα, που αποδεικνύονται άκρως ρεαλιστικά, αλλά και από τις μπίζνες και επίσης από την πολιτική. Οσες φορές εδώ και πολλές δεκαετίες, από το πογκρόμ εναντίον των μη μουσουλμανικών μειονοτήτων –μεταξύ τους και των Ελλήνων στην Πόλη το 1955– μέχρι την άλωση της βόρειας Κύπρου, με την παρουσία τουρκικού στρατού και την ανακήρυξη του ψευδοκράτους, τα Ιμια και την παράδοση του Οτζαλάν, η στάση των ελληνικών κυβερνήσεων απέναντι στην Τουρκία ήταν, με υπαρκτές αλλά λίγες σημαντικές εξαιρέσεις, περίπου η ίδια: ευκαιριακές πατριωτικές ρητορικές, έλλειψη μακροχρόνιου σχεδιασμού και ενδοτικότητα που διαφημιζόταν ως σύνεση.
Ηταν αναμενόμενο ότι το δράμα της Ουκρανίας θα είχε, εκτός από τις άλλες διεθνείς δραματικές επιπτώσεις, και σοβαρές συνέπειες στα Ελληνοτουρκικά. Μπροστά στην «πρόκληση», η ελληνική και η τουρκική κυβέρνηση κράτησαν ουσιαστικά αντιδιαμετρική στάση. Η μεν πρώτη ξαναθυμήθηκε το «ανήκομεν εις την Δύσιν», τέθηκε με ενθουσιασμό στην πρώτη γραμμή των αντιρωσικών δυνάμεων, στέλνοντας και όπλα στην Ουκρανία, και απαγόρευσε ρωσικές πολιτισμικές εκδηλώσεις. Ολα αυτά στο όνομα της «υπευθυνότητας» και της «σύνεσης». Η δεύτερη, ρισκάρισε αναλαμβάνοντας έναν ρόλο ενεργής ουδετερότητας και αυτόνομης δράσης υπέρ της συνεννόησης των εμπολέμων. Η ώρα να αποδώσει ο αφέντης τις μνες που αναλογούν σε κάθε στέλεχος ήδη έφτασε. Και φοβάμαι ότι στη μοιρασιά δεν είμαστε οι κερδισμένοι.
