Τον παλιό καιρό, 100 χρόνια και πίσω, η Αθήνα δεν είχε χειμερινά θέατρα και, αν είχε, σχεδόν υπολειτουργούσαν. Η θερινή σεζόν, που ξεκινούσε την Κυριακή του Πάσχα κάθε χρονιάς και τελείωνε αρχές Οκτώβρη με τα πρωτοβρόχια, έκανε τους Αθηναίους να ενδιαφέρονται για το θέατρο και να γεμίζουν τα λίγα τότε θέατρα που έμοιαζαν πιο πολύ με μάντρες.
Το 1895, απέναντι από το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο στην οδό Πατησίων, οι αδελφοί Χαραμή έχτισαν ένα ωραίο μεγάλο θερινό θέατρο, το «Αθήναιον». Το «Αθήναιον» χωρούσε κοντά 1.000 θεατές.
Ο θίασος του Δημητρού Κοτοπούλη, πατέρα της θρυλικής Μαρίκας Κοτοπούλη, το εγκαινίασε με την πρώτη επιθεώρηση που ανέβηκε ποτέ, το «Λίγο απ’ όλα» του Μίκιου Λάμπρου, που είχε πρωτανέβει στις 30 Αυγούστου της προηγουμένης χρονιάς 1894, αλλά επαναλήφθηκε λόγω τεράστιας επιτυχίας.
Ηταν ένα τυχερό ποδαρικό από ό,τι φάνηκε τις επόμενες πολλές δεκαετίες. Παραστάσεις πρόζας τα αρκετά πρώτα χρόνια, δημοφιλών ηθοποιών και θιάσων τότε, και με έργα που γέμιζαν αυτό το θέατρο που ήταν πολύ μακριά από το κέντρο της Αθήνας για τα μέτρα της εποχής. Στο «Αθήναιον», ανάμεσα σε άλλα, πρωτοπαρουσίασε έργο του στη σκηνή ο Γρηγόριος Ξενόπουλος –τον «Ψυχοπατέρα»–, ενώ ανέβηκαν και οι «Νεφέλες» του Αριστοφάνη πρώτη φορά στα νεότερα χρόνια, σε μετάφραση του Σουρή.
Αν εξαιρέσεις ένα διάστημα που το «Αθήναιον» από θέατρο έγινε θερινός κινηματογράφος, τότε που το ελληνικό σινεμά μονοπωλούσε το ενδιαφέρον της ψυχαγωγίας των Αθηναίων, κατά τα άλλα γνώρισε μέρες δόξας. Στα χρόνια του 1970 το «Αθήναιον» γνώρισε την πιο χρυσή εποχή του, όταν το είχε αναλάβει ο επιχειρηματίας Γιώργος Λεμπέσης και ο θίασος της Τζένης Καρέζη και του Κώστα Καζάκου που είχαν ανεβάσει ανάμεσα σε άλλα, το καλοκαίρι του 1973, το θρυλικό «Μεγάλο μας τσίρκο» των Καμπανέλη και Ξαρχάκου, με τον Ξυλούρη να ξεσηκώνει τον κόσμο τραγουδώντας «Φίλοι κι αδέλφια, μανάδες, γέροι και παιδιά…»
Από τη Βέμπο ώς την Καρέζη και τον Καζάκο, από την Αλίκη Βουγιουκλάκη μέχρι τον Βουτσά και τον Παπαμιχαήλ, από τη Μαίρη Χρονοπούλου ώς την Αννα Παναγιωτοπούλου, τον Φασουλή και τον Αρζόγλου και τον Λαζόπουλο, τη Μάρθα Καραγιάννη, τη Ζωή Λάσκαρη, τη Σπεράντζα Βρανά, συν τον Μίνω Βολανάκη και τον Ζυλ Ντασσέν, το «Αθήναιον» επέζησε πολέμων, παγκοσμίων και εμφυλίων, είδε μπροστά του να μπαίνει το τανκ στο Πολυτεχνείο, είδε την Αθήνα και την οδό Πατησίων να αλλάζει, και όχι μόνο μία φορά, και επέζησε δυσανάλογα πολύ για τη χώρα και την πόλη στην οποία χτίστηκε.
Από τα μέσα της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα ήταν κλειστό και πριν από λίγες μέρες μπήκαν οι μπουλντόζες και το γκρεμίσανε, 124 χρόνια μετά το χτίσιμό του. Ηταν το πιο παλιό θέατρο της Αθήνας που είχε μείνει όρθιο και, αν περνούσες από την 3ης Σεπτεμβρίου πίσω από το θέατρο, έβλεπες το πίσω μέρος της σκηνής και των παρασκηνίων που ήταν χτισμένο με τον παλιό τρόπο που χτίζαν τότε με τα τούβλα της εποχής. Ηταν και αυτό ένα μνημείο της νεότερης Ελλάδας, της νεότερης Αθήνας, αλλά κανείς δεν ενδιαφέρθηκε. Ισως να ήταν και καλύτερα έτσι. Τα θέατρα αξίζει να ζουν, όχι να επιβιώνουν σαν ερείπια μες στο χρόνο…
ΦΙΛΟΙ ΚΙ ΑΔΕΛΦΙΑ, ΜΑΝΑΔΕΣ, ΓΕΡΟΙ ΚΑΙ ΠΑΙΔΙΑ… Αισθάνθηκα βλέποντας τον άμορφο σωρό ερειπίων ότι η σκιά του Ξυλούρη θα γύριζε να τραγουδήσει πάνω σε αυτά τα ερείπια για τελευταία φορά αυτό το τραγούδι…
