ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΚΟΡΟΝΟΪΟΥ

ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΕ τον γιαλό, τους ταπεινούς βιοπαλαιστές του και τα ταβερνεία του Πειραιά, προτού αναχωρήσει για την επουράνια Φρεαττύδα, τέτοιες μέρες το 1932, ο Δημήτρης Σύψωμος, γνωστότερος ως Λάμπρος Πορφύρας:

EΙΔΑ μια χώρα ξωτικιά στ’ ανήσυχο όνειρό μου:/ πόσ’ όμορφη δε θα το πει ποτέ καμιά ψυχή./ Tο νου μου πήρε κι άφησα το φτωχικό χωριό μου/ κι έκανα τάμα μόνο εκεί ν’ αράξω· μόνο εκεί.// Tρελλό παιδί ξεκίνησα δεμένο με τα μάγια/ του ονείρου μου, κι εγνώρισα τις χώρες του γιαλού,/ είδα τις χώρες π’ άστραφταν σε κάμπους και σε πλάγια,/ μα η χώρα μου, όλο πήγαινα κι ήτανε πάντ’ αλλού.// Διαβάτες μ’ ανταμώσανε καλοί και μου ’παν: Mείνε/ είν’ όμορφη κι η χώρα μας· καιρός ν’ αράξεις πια./ Είν’ όμορφη κι η χώρα σας, διαβάτες, μα δεν είναι/ εκείνη που ονειρεύτηκα και με τραβάει μακριά.// Ετσ’ είναι. Σύρτε κι άστε με να σιγοταξιδεύω/ και να περνάω μονάχος μου και κάμπους και βουνά,/ ίσως τη βρω· μ’ αν δεν τη βρω τη χώρα που γυρεύω/ μη μου ζητάτε, αδέρφια μου, ν’ αράξω πουθενά…

ΠΙΕ ΣΤΟΥ ΓΙΑΛΟΥ τη σκοτεινή ταβέρνα το κρασί σου,/ σε μι’ άκρη, τώρα π’ αρχίσαν ξανά τα πρωτοβρόχια,/ πιε το με ναύτες και σκυφτούς ψαράδες αντικρύ σου,/ μ’ ανθρώπους που βασάνισε κι η θάλασσα κι η φτώχεια.// Πιε το η ψυχή σου αξένοιαστη τόσο πολύ να γίνει,/ που αν έρθ’ η Mοίρα σου η κακιά να της χαμογελάσεις,/ καημοί καινούργιοι αν έρθουνε μαζί σου ας πιουν κι εκείνοι/ κι αν έρθει ο Xάρος, ήσυχα κι αυτόν να τον κεράσεις.

ΜΗΝ ΚΛΑΙΣ, μη λες πως τίποτα δε σου ’μεινε εδώ πέρα./ Σου μένει, απάνω στα βουνά, το πέρασμα της μπόρας,/ σου μένει η χαραυγή μακριά στο πέλαγο κι η μέρα/ κάτω στον κάμπο κι οι ελιές και το βουητό της χώρας.// Σου μένει ακόμα το φτωχό, τ’ απάνεμο ακρογιάλι,/ που, σα βραδιάζει, μέσα του πέφτουν τα βράχια, οι μώλοι,/ τα σπίτια, ο γέρος ο ψαράς που λάμνει αγάλι αγάλι./ Μην κλαις! Σου μένει εκεί -για ιδές!- όλ’ η ζωή μας. Ολη.// Σου μένει εκεί με τη βουβή κι αθώα της γαλήνη,/ με τη γλυκοχαμόγελη, την ξένοιαστη ομορφιά της,/ με τη σκιά της, τη σκιά που αρχίζει να τη σβήνει/ σιγά σιγά το σούρουπο και της νυχτιάς ο μπάτης…

ΑΝΕΜΩΝΕΣ ΣΤΟΝ ΑΝΕΜΟ Γαλήνη που τ’ αθόλωτα νερά σου καθρεφτίζουν/ του μώλου τη φτωχή ζωή σε μαγικό κρουστάλλι/ και κάπου η αύρα αν σε ξυπνά για μια στιγμούλα ανθίζουν/ τ’ άυλα κρινάκια του αφρού στ’ αμμουδιαστό ακρογιάλι// ω! να ’ξερες πώς λαχταρώ το κύμα, που ως κι οι γλάροι/ το τρέμουν και τρυπώνουνε στου βράχου την κουφάλα,/ το σύννεφο σαν άλογο, που σπάει το χαλινάρι/ και σέρνει τ’ άγριο φάντασμα της Τρικυμιάς καβάλα. […] Μα σαν κατέβουμε κι οι δυο στα Ηλύσια του Ομήρου/ στ’ άυλα νησάκια, των ψυχών τ’ άγιον αραξοβόλι/ θε να σου μάσω στην θαμπήν ακρογιαλιά του ονείρου/ τα κρίνα που δε σούκοψα στου Μάη το περιβόλι…