ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οιωνός άριστος, αμύνεσθαι περί πάτρης, έστω και διά της αναγνώσεως. Γιατί όχι και για την πάρτη σας, αφού η αυτομόρφωση συνιστά άκρως θεραπευτικό αντίδοτο στην καραντίνα. Να ξαπλώνεις στο κρεβάτι αργά τα μεσάνυχτα, στηρίζοντας τη ράχη του βιβλίου στο κομοδίνο, να διευκολύνεις τις λέξεις να ανασυνταχθούν έξω απ’ τις σελίδες, απλώνοντας την αιγίδα τους, σαν αόρατο κέλυφος απέναντι στα βέλη του Μορφέα, καθώς σε τρυπούν ηδονικά και σε τυλίγουν στα χρυσοποίκιλτα πέπλα των ονείρων. Κάπως έτσι την πάτησα προχθές διαβάζοντας επιτομή της εποποιίας της Αντίστασης. Καθότι αχάραγα την 26η Νοεμβρίου 1942, σαν σήμερα πά’ να πει, εκτυφλωτική λάμψη έσβησε τα σκοτάδια των καιρών κι ο κρότος που ακολούθησε τράνταξε συθέμελα ολάκερη την Ευρώπη.

Νωρίτερα εφορμούσαν απ’ τα Πριόνια του Χονδρογιάννη, εκατόν πενήντα άνδρες του Αρη, εξήντα εδεσίτες και δώδεκα σαμποτέρ, σταλμένοι από το στρατηγείο της Μέσης Ανατολής, ανατινάζοντας τη γέφυρα του Γοργοποτάμου. Μαζί με τα πυρακτωμένα σίδερα εκτοξεύτηκα ως διά μαγείας κι εγώ και βρέθηκα αίφνης καθισμένος σε παγκάκι επιβλητικού πάρκου κατά Αγγλία μεριά. Μια θάλασσα χλόη φλοίσβιζε μπρος μου στο απαλό χάιδεμα του ανέμου. Νεκρική γαλήνη επικρατούσε στον χώρο. Μέσα στους καθρέφτες της σιωπής διέκρινα στη μεσαία τάβλα πίσω απ’ την πλάτη μου, όπως οι επιγραφές με το ονοματεπώνυμο του παραλήπτη στα παλιά γραμματοκιβώτια, βιδωμένη στο ξύλο τη λιτή φράση: «In loving memory of Christopher Montague Woodhouse».

Ανάμεσα στις τόσες ταμπελίτσες, που πληρώνουν με τον μήνα στον δήμο οι συγγενείς για να μνημονεύουν τους εκλιπόντες αγαπημένους τους, μου κέντρισε την προσοχή η συγκεκριμένη. Κάτι μου θύμιζε τ’ όνομα. Αναμφιβόλως επρόκειτο για τον Κρις Γουντχάουζ, τον πανύψηλο κοκκινογένη που θαύμαζαν οι αντάρτες για τις ικανότητές του στην πεζοπορία και για τα άψογα ελληνικά του, που πρόδιδε μόνο η προφορά. Αργότερα μετέφρασε σημαντικούς συγγραφείς μας και πέθανε με τη λέξη Ελλάδα στα χείλη. Η απότιση τιμής στους νεκρούς τόσο ταπεινά και αθόρυβα συγκαταριθμείται, ασφαλώς, στις φλεγματικές συνισταμένες του βρετανικού τακτ.

Ραδιούργησα για να τους κάνω καψώνι. Φτεροδήμος ψιθύρισα κι ένιωσα τα γρασίδια να τρίζουν. Δήμος Καραλίβανος, είπα δυνατότερα, και το παγκάκι έβγαλε φτερά. Διασχίζοντας τους αιθέρες, όπως συμβαίνει μόνο στα όνειρα, προσγειωθήκαμε έξω απ’ τη σπηλιά της Στρώμης στην Γκιώνα. Οι Καραλιβαναίοι γυρίζουν στη σούβλα αρνιά, φροντίζοντας να μπαίνει όλη η τσίκνα στο στόμιο. Ξερογλείφονται μέσα οι Εγγλέζοι και, μόλις οι πέτσες τσουρουφλίζονται στη φωτιά, βγαίνουν με τις καραβάνες να πάρουν τη μερίδα τους. Αμ δε! Βάζουν στον ώμο το λαχταριστό έδεσμα οι αυτοσχέδιοι ψήστες, κινώντας κατά το λημέρι τους. Εβγαλαν το άχτι τους για την παλιανθρωπιά των σπουδαγμένων στο Κέμπριτς και την Οξφόρδη, που δεν τους έδιναν ούτε «λίγου τσικουλάτο, ίσα να μαυρίσ’ του δόντι». Πάντως, τα απόκοσμα όντα με τους ζωσμένους φισεκλίκια και φλουριά ντουλαμάδες μεγαλούργησαν στον Γοργοπόταμο.