Χημικός, αλλά και καθηγήτρια Ιατρικής με διεθνές ερευνητικό έργο, εκτός από τα επιστημονικά περιοδικά, δημοσιεύει ταυτοχρόνως σε λογοτεχνικά έντυπα εξαιρετικούς στίχους, αφού τα γιατροσόφια αδυνατούν να την απαλλάξουν από το σαράκι της ποίησης, που την κατατρώει από τα νεανικά της χρόνια. Δίνω αμέσως τον λόγο στην Κική Σαραντάκου – Πρωτονοταρίου, που γεννιέται σαν σήμερα το 1934 στα περιγιάλια του Αργοσαρωνικού:
ΑΡΓΟΣΒΗΝΕΙ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ στην Αίγινα./ Κι η ζέστα του ήλιου/ συμπυκνώθη στη ρόγα του σταφυλιού/ στη γλύκα του σύκου/ στο χρώμα των φιστικιών/ μ’ όλες τις αποχρώσεις του κόκκινου/ και τα μάτια σου/ τώρα που καταλάγιασε το πλάνταγμα της ζωής/ είναι σαν τη θάλασσα του Σεπτέμβρη/ μετά τα μελτέμια./ Αργοσβήνει το καλοκαίρι στην Αίγινα./ Φυλακίζω τον ήλιο μέσα στις γυάλες με το γλυκό/ στο βαρέλι με την αψάδα του μούστου./ Πιάνομαι στα χέρια σου κι απαγκιάζω./ Είναι βαρύς ο χειμώνας που έρχεται!
ΕΣΚΥΨΕΣ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΟΥ στη φούχτα μου/ κι εγώ φυλάκισα την ανάσα σου στα χέρια μου/ έτσι που μέσα στο καταχείμωνο/ κράτησα όλη τη ζέστα του καλοκαιριού./ Πήρα τη φλόγα που απίθωσες στην καρδιά μου/ κι έτσι όπως κάθισες δίπλα μου/ και με προφύλαγες απ’ τους ανέμους,/ άναψα μέσα μου και γύρω μου χιλιάδες φωτιές./ Και τόσο θαρρώ φεγγοβολάει ο κόσμος/ που σκέφτομαι ότι ακόμα κι όταν δεν υπάρχουμε/ θα ’χει μείνει η ανταύγειά της,/ όπως μ’ εκείνα τ’ αστέρια που γυρνάνε σβησμένα στον ουρανό/ κι εμείς βλέπουμε ακόμη το φως τους.
ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ ΣΟΥ πριν μάθουν να γράφουνε/ μάθαν να πλένουν στη σκάφη/ ρούχα χοντρά της δουλειάς·/ τέσσερ’ αδέρφια της άφησε, βλέπεις, η μάνα της./ Τα χέρια της μάνας σου δεν μάθανε να χαϊδεύουν/ γιατί ποτέ δεν τα χάιδεψαν/ μα ξέρουνε να ζυμώνουν ατέλειωτες σκάφες αλεύρι./ Αν στρώσεις κάτω τα χιλιάδες ψωμιά/ θα γίνουν δρόμοι με άσπρες, στρογγυλές πλάκες/ που θα διασχίζουν όλη τη γη./ Τα χέρια της μάνας σου γίναν κουτάλια να σε χορτάσουν/ γίναν κουπιά που λάμνουν στη θάλασσα/ να σε βρουν, όπου πας./ […] Τα χέρια της μάνας σου κολλούσαν στη σήτα της φυλακής/ και λιώναν το σύρμα για να σ’ αγγίξουν/ κι ύστερα με τ’ αποτυπώματα, κατακόκκινα,/ πλάθανε κουλουράκια για τις κοπέλες του θαλάμου σου./ Τα χέρια της μάνας σου δεν θα μείνουν ακίνητα/ ούτε κάτω απ’ το χώμα·/ μα θα βρούνε τον τρόπο να φυτρώσουν και να βλαστήσουνε/ για να σου κάνουν λουλούδια!
ΜΗΝΥΜΑΤΑ ΧΩΡΙΣ ΑΠΟΔΕΚΤΕΣ Λόγια σε ομιλίες/ ή σε συνελεύσεις ατέρμονες/ λόγια επί παντός επιστητού/ γνωστά και αενάως επαναλαμβανόμενα/ κωδικοποιημένα/ σαν εύχρηστο εργαλείο./ Γεμίζανε το μυαλό μας/ τις σημειώσεις/ τις ώρες/ τις μέρες μας/ γεμίζανε τη ζωή μας./ Και ξαφνικά/ οι φωνές σταματήσαν./ Κλείσαν τα στόματα και τ’ αυτιά/ και μείναν τα λόγια μετέωρα/ στην ατμόσφαιρα./ Τριγυρίζουν τα λόγια παντέρημα/ σαν πουλιά που χάσαν το δρόμο τους./ Δεν υπάρχουν πλέον ακροατές/ κι αποδέκτες των μηνυμάτων./ Και τ’ αζήτητα λόγια μαραίνονται/ και καταρρέουν/ αφυδατωμένα.
