Πλησιάζει η σύνοδος κορυφής του ΝΑΤΟ στην Αγκυρα, στις αρχές Ιουλίου, ένα πεδίο ιδανικό για τις επικοινωνιακές ανάγκες τόσο του Τραμπ όσο και του Ερντογάν.
Αν δεν υπήρχε η σύνοδος κορυφής στην τουρκική πρωτεύουσα, ο καθορισμός της ατζέντας μιας διμερούς συνάντησης των δύο ηγετών θα ήταν από δύσκολος έως αδύνατος.
Με το Πακιστάν στον ρόλο του πρωταγωνιστή στη διαμεσολάβηση ανάμεσα στις ΗΠΑ και στο Ιράν, δεν είναι εύκολο για τον Ερντογάν να προσπαθήσει να δρέψει δάφνες ειρηνοποιού.
Σήμερα, τα περιθώρια διεκδίκησης περαιτέρω ρόλου από τον πολυπράγμονα Ερντογάν είναι δραματικά συρρικνωμένα σε σχέση με τη συνάντηση της Κωνσταντινούπολης την άνοιξη του 2022.
Τόσο στο επικοινωνιακό όσο στο πεδίο των πραγματικών συσχετισμών, το Ισραήλ δεν πρόκειται να δεχτεί ή έστω να ανεχθεί ρόλο της Τουρκίας στη Μέση Ανατολή και κατά μείζονα λόγο στον Λίβανο και στη Συρία.
Από την εποχή της Καταιγίδας της Ερήμου το 1991, η Τουρκία σύρεται στον ρόλο του διευκολυντή της πολιτικής των ΗΠΑ, με τον μεγάλο κερδισμένο να μην είναι άλλος από το κουρδικό κίνημα στο Ιράκ και στη Συρία.
Η περίπτωση της Συρίας είναι εμβληματική, καθώς ο Ερντογάν έκανε τη βρόμική δουλειά με την ανατροπή του Ασαντ και αμέσως μετά είδαν το Ισραήλ να βγάζει κόκκινη κάρτα στην παρατεταμένη τουρκική παρουσία στη χώρα.
Σήμερα η Τουρκία προσπαθεί να διαμορφώσει την επόμενη μέρα στη Συρία παρά το βέτο των ΗΠΑ και του Ισραήλ.
Η διολίσθηση προς μια γενικευμένη σύγκρουση με τους Κούρδους της Συρίας είναι βέβαιο ότι θα πυροδοτήσει την εμπλοκή του Ισραήλ.
Με δυο λόγια, η Τουρκία είναι σε ταυτόχρονη εντός και εκτός συνόρων κρίση – έξαρση του Κουρδικού, με τις ηγεμονικές περιφερειακές της φιλοδοξίες να περιπλέκουν μια ήδη περίπλοκη κατάσταση.
Πριν από εκατό χρόνια, το 1926, ο Κεμάλ κατανόησε ότι αν συνέχιζε τη διεκδίκηση της Μοσούλης και του Χαλεπιού θα διακινδύνευε ένα ντόμινο κουρδικών εξεγέρσεων στο Βόρειο Ιράκ, στη Βορειοανατολική Συρία, αλλά και στη Νοτιοανατολική Τουρκία.
Τα παραπάνω τα συμπύκνωσε στη φράση «Ειρήνη στη χώρα, ειρήνη στον κόσμο».
Με άλλα λόγια, το ερώτημα που τίθεται αυτή τη στιγμή και με δεδομένο ότι έχει αρχίσει η απευθείας διαπραγμάτευση ΗΠΑ – Ιράν είναι αν και σε ποιο βαθμό ο Ερντογάν θα θελήσει να αξιοποιήσει την κόπωση των χωρών του ΝΑΤΟ από τον παρατεταμένο πόλεμο στην Ουκρανία.
Αλλωστε, ο Τραμπ δεν τσιγκουνεύεται τους δημόσιους επαίνους προς τον Ερντογάν, αλλά γνωρίζει πολύ καλά ότι δεν μπορεί να ενθαρρύνει τον επιτήδειο οικοδεσπότη σε προσδοκίες χωρίς αντίκρισμα.
