ΟΥΤΕ Ο ΙΔΙΟΣ λογάριαζε τον εαυτό του ποιητή. Τις τρεις πρώτες συλλογές του, άλλωστε, τόλμησε να τις αποκηρύξει προτού τον προλάβει το σινάφι των στιχορράφων. Τύπωσε, ωστόσο, άλλες δύο το 1954 και το 1956, τις οποίες θεωρούσε «προσωπική κραυγή διαμαρτυρίας», παρά σπονδή στις Μούσες. Εκτοτε αφοσιώθηκε στην πεζογραφία χαρίζοντάς μας κορυφαία μυθιστορήματα. Αποκηρυγμένα ή μη, τούτα τα ποιήματα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της εργογραφίας του Κώστα Ταχτσή, που γεννήθηκε σαν σήμερα το 1927. Ιδού δεινό δείγμα:
ΠΡΟΧΩΡΑ ΤΑΧΤΣΗ προχώρα στο δικό σου δρόμο/ κι όσες παγίδες τόσο το καλύτερο – προχώρα/ αφήνοντας τη σάρκα που αναλογεί στην καθεμιά/ μα κοίτα να ’ναι κόκκινη σαν πυρωμένο σίδερο/ ν’ αφήσει τα σημάδια της στα χέρια τους/ και προχώρα Ταχτσή προχώρα χωρίς να υπολογίζεις.
ΔΕΝ ΝΤΡΕΠΟΜΑΙ Μια μέρα θα με πουν φακίρη/ μες απ’ το στήθος μου έβγαλα κόκκινα περιστέρια/ μες απ’ τα μάτια μου καπνό/ πέρασα ξίφη στα όνειρά μου/ διέπραξα κλοπές δι’ υποβολής/ από αγάπη, σας τ’ ορκίζομαι, από τύψεις ίσως μια μέρα θα με πουν ομοφυλόφιλο/ εκείνον ευγενή κι ομοφυλόφιλο/ εμένα πονηρό απλώς/ θα με πουν οχιά: ένα κοινό προδότη/ εμπρηστή!/ οι τίμιοι συμπολίτες μου/ θα ’ρθουν και θα κοπρίσουνε στον τάφο μου (εικονικόν)/ μα τα παιδιά τους – α, οι έφηβοι!/ αυτοί θα μ’ αναστήσουνε, και θα με πούνε ποιητή/ δεν ντρέπομαι.
ΑΠΟΨΕ Απόψε δεν υπάρχουν/ νεώτερα απ’ το μέτωπό μου/ κανείς δεν έθεσ’ επ’ αυτού τα χείλη του/ ίσως μεθαύριο γραφτεί ο θάνατός μου/ εντός του στήθους φέρω βόμβα εγκαιροφλεγή/ όπου και να ’ναι θα εκραγεί.
ΣΤΗ ΒΕΡΑΝΤΑ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ Είμ’ ένα άστρο, μια τρίχα στο κεφάλι του θεού, θα πέσω, στο λαιμό φοράω ένα ποίημα, προτού προλάβει να θερμάνει τις καρδιές μας θα σβήσει, αισθάνομαι τα κόκαλά μου να τρίζουν κιόλας από ανεξήγητες επιθυμίες, μα σωπάστε και θυμηθείτε τα μάτια του, να ζήσω μες στις τούφες των μαλλιών, στα δάχτυλά του ανάμεσα, εκεί που ενώνονταν με τα δικά σας, μέσα στο σκοτάδι, τα μάτια του, τα μάτια του να λάμπουν σαν φανοί αυτοκινήτων που ’ρχονται καταπάνω σου, και τίποτα να μην ακούγεται, ο θόρυβος κι οι διαφημίσεις του κορμιού να μην υπάρχουν – cette rumeur la vient de la ville – τίποτα παρ’ αυτός κι εγώ, σε μια βεράντα, το καλοκαίρι.
ΟΛΥΜΠΙΑ, ΚΑΘΑΡΗ ΔΕΥΤΕΡΑ Δεν ήρθα εδώ για να θαυμάσω/ σαν ένας ξένος/ όσα δεν είναι πια δικά μας/ είδα παρέες που ανηφόριζαν/ κρατώντας ανεμώνες/ κι είπα να κόψω λίγες/ έτσι/ απ’ ανεμώνη σ’ ανεμώνη/ προβάλαν μπρος μου ένα ένα/ όλα/ όσα απόμειναν ανάμεσα στα πεύκα/ και τις ελιές/ κι όταν πια μάζεψα τις ανεμώνες/ όσες/ μπορούσε να κρατήσ’ η φούχτα μου/ κάθισα/ έξω απ’ τα ερείπια/ και κοίταζα/ δειλά τους νέους που πέταγαν/ τους αετούς.
Η ΖΩΗ ΜΟΥ Μια μπάλα υπήρξε η ζωή μου/ κλώτσ’ από δω/ κλώτσ’ από κει/ γκολ! γκολ!!!/ το χάσαμε το παιγνίδι.
