ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νόρα Ράλλη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ηταν γιος κόρης σκλάβων. Μάιο του 1911 γεννημένος. Σκλάβοι ακόμη υπήρχαν. Και, φυσικά, η γέννηση μέσα στη σκλαβιά. Που σημαίνει «δεν ξέρω, γιατί δεν έχω μάθει, να είμαι ελεύθερος». Που σημαίνει «πρέπει πρώτα να μάθω να είμαι γενναίος». Που σημαίνει: πρέπει να απαντήσω στο ερώτημα «τι είναι γενναιότητα;». Που σημαίνει, πρέπει να το θέσω.

Τα δελφίνια, αυτά τα τόσο μα τόσο ανώτερα θηλαστικά, τι κάνουν μπας και ξέρουμε; Τα πολύ έξυπνα δελφίνια, σαν αιχμαλωτιστούν, δεν κάνουν απολύτως τίποτε μέσα στην πισίνα – και είναι στη φύση τους να παίζουν! Απλώς κάθονται σε μιαν άκρη και σχεδόν δεν κινούνται. Για να μην καταλάβει ο άνθρωπος πόσο έξυπνα είναι, τι μπορούν να κάνουν. Θεωρούμενα ως άχρηστα, μπορεί να κερδίσουν πάλι την ελευθερία τους. Ε, στον κόσμο αυτόν που τον πατούμε (ειδικά στην Ελλάδα), η ανικανότητα δεν απελευθερώνει – ίσα ίσα, ανυψώνει! Φυσικά, δεν μιλάμε για την εξαναγκασμένη φαινομενικά ανικανότητα (όπως αυτή των δελφινιών), μα για την εξακριβωμένη φανερωτικά τύπου «θε μου, δεν είναι δυνατόν!» ανικανοσύνη (όπως αυτή των δελφίνων της εξουσίας – μα πραγματικά δεν είναι δυνατόν, όμως, λέμε!).

Εκείνος, πάντως, ήταν γιος κόρης σκλάβων. Δεν θέλησε να δουλεύει άλλο ως παιδί-εργάτης σε φυτεία λευκού στο Δέλτα του Μισισιπί. Ηθελε να παίζει τα μπλουζ. Το έσκασε. Ηθελε να μάθει κιθάρα. Δύο χορδές έδενε στον αχυρώνα και με αυτές να μάθει προσπαθούσε. Τι να μάθει; Πάμε καλά; Σαν βρήκε ένα μπλουζάδικο, με κάτι ξεδοντιάρηδες μαύρους, που πολύ καλά από μουσική ήξεραν, και τους ζήτησε να παίξει, μόλις τον άκουσαν, τον έστειλαν από εκεί που ’ρθε – τόσο άθλιος ο ήχος του. Εφυγε. Σχεδόν εξαφανίστηκε για μήνες. Πού ήταν; Τι έκανε; Λένε πως έμενε σε ένα νεκροταφείο, κοιμότανε σε τάφους. Και πως μετά από έξι μήνες ξαναπήγε στο μπλουζάδικο. Τα δάχτυλά του είχαν μεγαλώσει αφύσικα κάπως (πράγμα που ισχύει). Ζήτησε και πάλι να παίξει. Και έπαιξε κάτι που δεν είχαν ξανακούσει ποτέ: ακόρντα και μελωδικές γραμμές μαζί! Ενας άνθρωπος, ο ίδιος μουσικός, να παίζει και τα δύο ταυτόχρονα, στην ίδια κιθάρα! Μα και τα όσα έπαιζε… δεν είχε ξανακούσει ποτέ κανείς κάτι παρόμοιο.

«Τα μπλουζ του Δέλτα» – έτσι ονομάστηκαν όσα έπαιξε ο Ρόμπερτ Τζόνσον. Που λένε πως εκεί στο νεκροταφείο πούλησε την ψυχή του στον διάβολο, με αντάλλαγμα να τον κάνει τον καλύτερο μπλουζίστα που υπήρξε ποτέ. Πράγματι, αυτό έγινε. Ο τεράστιος άνδρας που συνάντησε σε ένα σταυροδρόμι ένα βράδυ, κοντά στη φυτεία του Ντόκερι, που λεν πως ο διάολος ήταν, του κούρδισε την κιθάρα και σαν πίσω του την έδωσε, του είχε μάθει όλα όσα έπρεπε να ξέρει.

Ο ίδιος ο Τζόνσον περιγράφει κάτι παρόμοιο στα τραγούδια του, τα ελάχιστα που ηχογράφησε στη μικρή ζωή του: πέθανε στα 27 του χρόνια, διάσημος πολύ, μα δίχως κανείς να μάθει ποτέ πώς: «θάνατος από άγνωστες αιτίες» έγραψαν. Κανείς δεν ξέρει πού είναι ο τάφος του, εικασίες και έρευνες έως σήμερα γίνονται και κάποιες ταφόπλακες έχουν τοποθετηθεί σε πιθανά σημεία… Εως τα 27 του χρόνια, όμως, ο νεαρός αυτός μαύρος με τα τεράστια δάχτυλα, ο «καλύτερος νέγρος κιθαρίστας», αυτός που άλλαξε την ιστορία της μουσικής, που πάνω του στηρίχτηκαν από τον Μπομπ Ντίλαν και τον Ερικ Κλάπτον έως σπουδαίοι καλλιτέχνες των μπλουζ, του οποίου τα τραγούδια «Sweet Home Chicago» και «Cross Road Blues» τα ξέρουμε όλοι και σαν τ’ ακούσουμε κάτι μας θυμίζουν, αυτός ο καλλιτέχνης έγραψε ιστορία και άφησε ιστορία. Ολόδική του.

Αν υπάρχει «διάβολος», τέτοιες συμφωνίες ας κάνει. Ούτως ή άλλως, αν καλλιτέχνης είσαι, και όχι εγκληματίας πολιτικός ή εγκληματικός πολίτης, πάντα δίνεις την ψυχή σου: «Η Τέχνη, πόσο μάλλον το θέατρο, είναι σαν την αγροτική εργασία: τη μαθαίνεις, την καλλιεργείς με τα χέρια σου. Γι’ αυτό και τη θεωρούν “βρόμικη” οι εξουσίες. Προσπαθούν να την “καθαρίσουν”. Ακάθαρτος θα μείνω. Ως το τέλος. Κι ας είναι μόνο με τον διάολο παρέα» – Ηλίας Λογοθέτης (1939-2024), πραγματικός λογο-θέτης.