Δεν ήταν ακόμα η εποχή του βατόμουρου. Τα πιο πολλά ήταν στην ανθοφορία. Ωριμάζουν προς Δεκαπενταύγουστο με αρχές Σεπτεμβρίου, όπως έχω παρατηρήσει, τουλάχιστον σ’ αυτά τα μέρη του νότιου Πηλίου. Υπάρχουν όμως και πρώιμα, ανάλογα με τον καιρό που έκανε τον χειμώνα. Προς το τέλος Ιουλίου εντόπισα, σε διαδρομή 7-8 χιλιομέτρων από το χωριό (περί τα 300 υψόμετρο) προς θάλασσα, τέσσερις-πέντε βατομουριές με κάποια ώριμα βατόμουρα· με έκπληξη μάλιστα, γιατί ήταν σε σχετικό υψόμετρο, ενώ πρώτα ωριμάζουν στον κάμπο.
Δοκιμάζοντας, από πεντέξι στην κάθε βατομουριά, πάλι έκπληκτος διαπίστωσα ότι ακόμα και τα άγρια βατόμουρα, περιοχής ακτίνας μόλις 7 χιλιομέτρων, δεν είναι ολόιδια. Διαφέρουν σε μέγεθος, ποσότητα χυμού, προπαντός σε γεύση. Το μεγαλείο της φύσης! Η διαφορετικότητα αυτών που τα νομίζουμε όμοια. Και που διαφέρουν ακόμα και ανάλογα με τη μέρα και την ώρα που τα συλλέγεις! Μία λοιπόν από τις πέντε βατομουριές, η προτελευταία πλησιάζοντας στον κάμπο, είχε μακράν τα γευστικότερα βατόμουρα από τις υπόλοιπες!
Στις 2 Αυγούστου, 300 μέτρα πριν από την καλή βατομουριά, είδα έναν τύπο να ανηφορίζει ανεμίζοντας ένα κόκκινο σημαιάκι, ενώ ακουγόταν ήχος από βαρύ όχημα. «Κάτι βαρύ θα μεταφέρουν…» σκέφτηκα. Αμέσως μετά διέκρινα κάτι σαν μεγάλο τρακτέρ. Πλησίασε και είδα ότι από δεξιά (πρώτη φορά έβλεπα κάτι τέτοιο) σε μεγάλο βραχίονα κινούσε, πάνω-κάτω, μια σβάρνα, που σάρωνε και καθάριζε ό,τι άγριο και ημιάγριο φύτρωνε στις παρυφές της ασφάλτου εμποδίζοντας τα αυτοκίνητα. Ομως άφηνε ανέγγιχτα αμέτρητα πλαστικά μπουκάλια νερού και αλουμινένια κουτάκια αναψυκτικών που πετούν από παράθυρα αυτοκινήτων «φίλοι της άγριας φύσης».
«Αμάν, πάει η βατομουριά μου!» σκέφτηκα ακαριαία. Λυπήθηκα μόνο, γιατί ήδη έτρεχαν τα σάλια μου. Του χρόνου θα είναι πάλι εκεί. Ελπίζω.
