Μαύρο, μακρύ, χυτό μαλλί, μαύρο μάτι διακριτικά βαμμένο, μαύρο παντελόνι εφαρμοστό και μαύρη μπλούζα με τιραντούλες, εσωτερικό μπλουζάκι με ρίγες οριζόντιες, σκούρο μοβ με θαλασσί, φιλάρεσκα κατεβασμένη η δεξιά τιράντα της μπλούζας, να προβάλλει και να αναδεικνύει το μπούστο. Θα ’ταν δε θα ’ταν δεκάξι χρόνων.
Εκ γενετής ήξερε ότι αρέσει. Ηξερε και ότι ο εξ όψεως ευυπόληπτος –συνομήλικος του παππού της!– που απέσπασε το φευγαλέο βλέμμα της, στις τρεισήμισι μετά το μεσημέρι, γωνία Ζωοδόχου Πηγής και Σόλωνος, έκανε ανάρμοστες σκέψεις στο πίσω δωμάτιο του μυαλού του, με το μπαλκονάκι που βλέπει στον ακάλυπτο, όπου στοιβάζονται –και πια δεν ξεχωρίζουν– τα περασμένα.
Πήγα κόντρα στο δελτίο καιρού και παιδεύτηκα πάνω από τέσσερις ώρες να ξύσω και να τρίψω δυο –χρόνια απεριποίητα– παραθυρόφυλλα (που βλέπουν στον ακάλυπτο), ώστε, την άλλη μέρα, να τα περάσω βερνίκι.
Ξεθεωμένος από κούραση, παράτησα τη δουλειά μισή και κατηφόρισα στο στέκι της Ζωοδόχου Πηγής για το ουζάκι της Παρασκευής. Διασταύρωση με Σόλωνος είδα να δύει μια δεξιά τιράντα και να ανατέλλει ένας ώμος αλαβάστρινος. Εννόησα τι θα πει… ωμοφαγία!
Την επομένη –έξι και δέκα αξημέρωτα– η μετεωρολογική έπεσε μέσα: τα παντζούρια ήταν έξω και βρέχονταν κι εγώ, σε διάθεση οριακής ευθυμίας, καθόμουν κι έγραφα για τη χθεσινή πιτσιρίκα, που αμφιβάλλω αν όντως την είδα ή την ονειρεύτηκα. Σαν να έγραφα για όλες τις γυναίκες του πόθου που… ατύχησαν να μη μας γνωρίσουν. Και περιμένω –σαν να το βλέπω!– πότε θα ξυπνήσει η Χριστίνα να μου πει: «Σ’ τα ’λεγα χθες ότι σήμερα θα βρέχει!»
ΥΓ. Στη μνήμη της γυναίκας μου, πέντε χρόνια απουσίας.
