10-5-5, 6÷2+8
20 φορές το 15, 11+7 18
σύνολο 16, πρέπει να ’ναι εντάξει
λες να ’χω λάθος, ας τα ξαναδώ
Μπήκα στην πλατφόρμα Μητσοτάκη
είδα μία μία τις τιμές
σύγκρινα κι εγώ το γαλατάκι
όμως είχε λήξει από προχτές
Βρε λες να την πατήσαμε;
Σαν κάπου στραβά το πήγανε,
κι αντί να ρίξουν τις τιμές,
εφαρμογή ανοίξανε.
Εβαλα ρύζι, γάλα και ψωμί,
φέτα, μακαρόνια, ψάρι για πλακί,
έβαλα λάδι, καφέ, χαρτί για τα… ξέρεις ποια,
κι ένα κουτάκι αξιοπρέπειας, στην ένδειξη «φτηνά».
Μπήκα στην πλατφόρμα,
με βλέμμα εθνικό,
να σώσω το καλάθι
με τρόπο μητσοτακικό! (συγγνώμη, εννοώ ψηφιακό!)
Και βγήκε το συμπέρασμα
με ύφος σοβαρό.
Ολόσωμο και στιβαρό
πόσο ευρωπαϊκό…
Το κράτος δεν σε σώζει,
σε στέλνει στο καλό
ν’ αντέχουν τα ποδάρια
να κάνεις τον τρελό
Πάω στο ένα μάρκετ
Αλλάζω γειτονιά.
Ο νες καφές σού λέει
αλλού είν’ πιο φθηνά
Ολάκερη Αθήνα και πάλι κάπου δεν!
Σαπούνι στην Κυψέλη, για αυγά στον Πειραιά,
κι αν θέλεις μακαρόνια, τράβα και στα βουνά.
Εκεί, στου Ψηλορείτη
με τα πολλά τα «ι»
Κι απάνω στις Μαδάρες
μπας κι έβρεις προκοπή
Τ’ αυγά στον Αγιο Σώστη φανήκανε φθηνά
Μα η τιμή που δείχνει, μπορεί να ’ναι παλιά,
και μέχρι να την πιάσεις,
να ’χει ανέβει ακόμα πιο ψηλά (κι από τον Ψηλορείτη που λέγαμε…).
Πόσο κάνει, πόσο κάνει;
με ρωτάει η οθόνη.
Πόσο κάνει να γυρνάς
με άδειο το μπιτόνι;
Πόσο κάνει, πόσο κάνει
η ζωή η κανονική;
Κι η απάντηση πάντα η ίδια:
«Τρέχα, ίσως βγει φτηνή!»
Στο πρώτο σούπερ μάρκετ
δεν είχαν την τιμή,
στο δεύτερο μου είπαν
«ήτανε χθεσινή».
Στο τρίτο είχε προσφορά,
μα μόνο για τρεις κούτες,
στο τέταρτο με πιάσανε
οι κρίσεις και οι μούτες.
Στο πέμπτο πήρα το χαρτί,
μα έχασα το λάδι,
στο έκτο βρήκα τον κιμά
και μ’ εύρηκε το βράδυ.
Γυρίζω σπίτι απόβραδο,
με τσάντες και σιωπή,
με βλέμμα σαν να γύρισα
από πάλη ταξική.
Πόσο κάνει, πόσο κάνει,
η ζωή η κανονική;
Μου είπε η πλατφόρμα: «Σύγκρινέ την,
ίσως σου βγει σαν κάπως πιο φτηνή».
Κάτι βαθιά στα μέσα μου σαν κάτι να μου λέει:
«Παιδί μου, πέτα την εφαρμογή, δεν ξέρει απ’ τη ζωή!».
Γιατί η πλατφόρμα η άθλια δεν ρίχνει την τιμή σου,
μονάχα σου λέει, κυνικά, πού θα χαθεί η ψυχή σου.
Δεν λέει ποιος αισχροκερδεί, ποιος πίνει τον ιδρώτα,
ποιος κάνει τον λαό φτωχό, ποιος τρώει τα ριζότα.
Δεν λέει για μισθούς μισούς, για ενοίκια θηρία,
δεν λέει για το ρεύμα που ’ρχεται λες κι είναι τιμωρία.
Δεν λέει για την ακρίβεια, για το λειψό σχολείο,
ούτε γιατί το μαγαζί μοιάζει χρυσωρυχείο.
Μόν’ λέει «Πάρε τ’ άρματα, παράτα το ρημάδι,
άφησε την εφαρμογή και πιάσε το αλφάδι».
Σωστά να τη μετρήσουμε αυτή τη φορά την ψήφο
Μπας και μπορέσουμε, ξέρω κι εγώ, σ’ αυτή τη γύρα μέσα
Να υψώσουμε τα μάτια μας, να βρούμε λίγη μπέσα
…πού ’ναι πανάκριβη κι αυτή, μα ποιος το υπολογίζει
αν είναι για ραγιαδισμό, ας φάω ΜΟΝΟ ΡΥΖΙ!
