Την Πέμπτη 16 Απριλίου 2026 διεξήχθη στο εθνικό Κοινοβούλιο η συζήτηση για το κράτος δικαίου. Τα πορίσματα αυτής της συζήτησης μεταξύ των πολιτικών κομμάτων, όπως τελικά καταγράφονται και αξιολογούνται στη δημόσια σφαίρα, είναι απογοητευτικά για τη δημοκρατική συνείδηση και αυτοσυνείδηση της ελληνικής πολιτικής κοινωνίας. Πρώτα πρώτα ο ίδιος ο πρωθυπουργός της χώρας, Κυριάκος Μητσοτάκης, αντί να παραδεχτεί ότι με τις δικές του αποφάσεις και πράξεις δημιούργησε όλα όσα χαρακτηρίζονται ως πολιτικά σκάνδαλα -τηλεφωνικές υποκλοπές, έγκλημα στα Τέμπη όπως και την πελατειακή λογική του ΟΠΕΚΕΠΕ-, σχεδίασε και πρότεινε θεσμικές μεταρρυθμίσεις του τύπου: αλλαγή του εκλογικού συστήματος και ακόμα περισσότερο την περιώνυμη συνταγματική αναθεώρηση.
Από την άλλη, η κοινοβουλευτική αντιπολίτευση, ενώ προσπαθεί να αρθρώσει έναν πολιτικό λόγο διαχείρισης των πολιτικών σκανδάλων που έχουν ενσκήψει στην κοινωνία μας, δεν μπορεί σε στοιχειώδες πραγματολογικό επίπεδο να συγκροτηθεί ως πολιτικό υποκείμενο. Το ΠΑΣΟΚ επιμένει στη λογική της αυτονομίας του στην κάθοδό του στις επικείμενες εκλογές, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ έχει περιέλθει σε μια συνθήκη ταυτοτικής απροσδιοριστίας. Οι άλλες κοινοβουλευτικές εκπροσωπήσεις δεν εντάσσονται στην κοινοβουλευτική λογική.
Στη διεθνή βιβλιογραφία τονίζεται κατά κόρον ότι η δημοκρατία ως πολιτική μορφή ζωής δέχεται επιθέσεις έσωθεν. Οι διαδικασίες και οι μηχανισμοί μέσω των οποίων συγκροτείται μπορούν να επιτρέψουν -και τελικά επιτρέπουν- όχι μόνον την κριτική της, αλλά και την ανατροπή της. Τι τελικά συμβαίνει στη χώρα μας; Η κυβέρνηση Μητσοτάκη τείνει να μετατραπεί από πολιτική κοινοβουλευτική κυβέρνηση σε τεχνοκρατική διακυβέρνηση. Αυτός ο μετασχηματισμός της κυβερνητικής εξουσίας είναι το υπόβαθρο για την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε στο Κοινοβούλιο ο πρωθυπουργός. Ποτέ και πουθενά ηγέτης σε κοινοβουλευτική δημοκρατία δεν είναι ένας μασκοφόρος ομιλητής! Οι τηλεφωνικές παρακολουθήσεις, το σκάνδαλο δηλαδή των υποκλοπών, όπως και το πολιτικό έγκλημα των Τεμπών και επίσης η επιτομή του πελατειακού κράτους (ΟΠΕΚΕΠΕ) δεν θα αποτελούσαν θεματικό αντικείμενο σε μια συζήτηση στο εθνικό Κοινοβούλιο με τη μέθοδο του στρουθοκαμηλισμού! Γιατί τελικά τι μας είπε ο πρωθυπουργός στην κοινοβουλευτική αγόρευσή του; Μας είπε ότι όλα αυτά τα συμβάντα είναι δομικά στοιχεία της ελληνικής πολιτικής κοινωνίας και ο ίδιος, ο εισηγητής του «επιτελικού κράτους», δεν έχει καμιά ευθύνη!
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη (2019-) δεν είναι κοινοβουλευτική πολιτική κυβέρνηση. Εχει περιέλθει σ’ ένα καθεστώς de facto «υποκυβέρνησης». Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει πως η ίδια η κυβέρνηση ως πολιτικό υποκείμενο δεν στηρίζεται ούτε στο κοινοβουλευτικό κόμμα της (δηλαδή στη Ν.Δ.), αλλά ούτε και στη νομιμοποίησή της που μπορεί να ανάγεται στον δημόσιο έλεγχο της εξουσίας.
Περίτρανα ο Ελληνας πολίτης διαπίστωσε ότι στην πρόσφατη κοινοβουλευτική συζήτηση η κυβέρνηση Μητσοτάκη αυτοπροσδιορίστηκε με δική της πρωτοβουλία ως «ατσάλινο τρίγωνο». Στη διεθνή βιβλιογραφία ο όρος αυτός αναφέρεται σε μια πραγματολογική συνθήκη στην οποία ζούμε όλοι μας στην Ελλάδα. Η κοινοβουλευτική δημοκρατία έχει υποχωρήσει και στη θέση της έχουν βρεθεί τρεις παράγοντες: πολιτικοί με ειδίκευση στα θέματά τους (βλ. Χρυσοχοΐδης-Μενδώνη-Γεραπετρίτης κ.ά.), αξιωματούχοι της δημόσιας διοίκησης (βλ. τα στελέχη των υπερ-οργανισμών που ελέγχουν την οικονομία) και εκπρόσωποι συμφερόντων των εγχώριων ολιγαρχιών.
Το «ατσάλινο αυτό τρίγωνο» έχει ονομαστεί ως πολιτική ασπίδα της «υποκυβέρνησης» του Μητσοτάκη. Η Ελλάδα ως πολιτική κοινωνία βρίσκεται μπροστά σε μια πραγματολογική συνθήκη που έχει όνομα: φοβάται τη δημοκρατία. Αυτός ο φόβος της μπροστά στη δημοκρατία είναι ο χειρότερος εχθρός της για τον πολιτικό αυτοπροσδιορισμό της.
*Καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας
