Γιώργος Μαργαρίτης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στο τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου το Βρετανικό Βασιλικό Ναυτικό βρέθηκε στο απόγειο της ισχύος του. Ποτέ πριν, σε όλη τη διάρκεια της ένδοξης ιστορίας τους, οι βρετανικοί στόλοι δεν είχαν τόσο μεγαλοπρεπή σύνθεση και ποτέ άλλοτε η υπεροχή τους απέναντι στους «άλλους» -αντιπάλους ή φίλους τους- δεν ήταν τόσο απόλυτη.

Η βρετανική σημαία κυμάτιζε στους ιστούς 1.354 πολεμικών πλοίων, από τα οποία τα 42 ήταν πλοία μάχης –θωρηκτά τύπου «Dreadnougth»-, τα 109 καταδρομικά, τα 13 αεροπλανοφόρα, τα 527 αντιτορπιλικά και τορπιλοβόλα και τα 137 υποβρύχια. Το σύνολο ξεπερνούσε σε εκτόπισμα τους 3.250.000 τόνους και τα πληρώματα ήσαν ίσως τα πλέον αξιόμαχα από την εποχή του Νέλσονα και δώθε.

Το άθροισμα όλων των υπόλοιπων πολεμικών στόλων της Γης δεν πλησίαζε έστω ετούτα τα μεγέθη. Σε τελευταία ανάλυση, ο δεύτερος ισχυρότερος στόλος της προπολεμικής εποχής, ο γερμανικός, βρισκόταν πλέον στη διάθεση των Βρετανών, αγκυροβολημένος στα βρετανικά ύδατα του Σκάπα Φλόου. Δεν υπήρχε προηγούμενο στη ναυτική ιστορία της Αλβιώνος που ο εχθρικός στόλος να γνώρισε παρόμοιο εκμηδενισμό.

Στις 6 Φεβρουαρίου 1922, λίγο περισσότερο από τρία χρόνια μετά την παραπάνω εικόνα, η Συνθήκη της Ουάσινγκτον πιστοποίησε δραστική μεταβολή στην παγκόσμια ναυτική τάξη. Η ναυτική υπεροχή και κυριαρχία δεν θα ήταν πλέον μια βρετανική υπόθεση, αλλά, αντίθετα, ένα σύστημα ισορροπιών όπου θα «έπαιζαν» τουλάχιστον πέντε ισχυρές δυνάμεις.

Η συνθήκη καθιέρωσε την «ισότητα» ανάμεσα στη ναυτική ισχύ των ΗΠΑ και της Μεγάλης Βρετανίας και την αναλογική συμμετοχή των τριών επόμενων ναυτικών δυνάμεων, της Ιαπωνίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας.

Η σχέση που διαμορφώθηκε ήταν 5-5-3-1,75-1,75. Αυτό σήμαινε ότι οι βρετανικοί στόλοι όχι μόνο δεν θα ήταν πλέον κυρίαρχοι των θαλασσών αλλά, αντίθετα, θα ήταν μέρος μόνο ενός διεθνούς συστήματος. Με τον τρόπο αυτόν μια ιστορική κατάσταση που διατηρήθηκε για περίπου τρεις αιώνες έπαψε απλά να υπάρχει.

Ο λόγος ετούτης της δραματικής ανατροπής στην παγκόσμια τάξη βρισκόταν στον συνδυασμό του κόστους της κυριαρχίας με τα οφέλη που εξασφάλιζε στη μητρόπολη η άσκησή της. Το κόστος αυτό πολλαπλασιάστηκε εξαιτίας των ανατροπών που προκάλεσε ο Παγκόσμιος Πόλεμος. Στη θέση τού βίαια πληγωμένου από τον πόλεμο ευρωπαϊκού συστήματος δυνάμεων, αναδείχτηκαν νέες δυνάμεις, περιφερειακές ώς τότε.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες αυτονόητα αλλά και η απόμακρη Ιαπωνία ή ακόμα η φιλόδοξη μετά τη νίκη της επί του παραδοσιακού εχθρού, της Αυστρίας, Ιταλία. Στις νέες συνθήκες ένας νέος ξέφρενος ναυτικός ανταγωνισμός, με στόχο τη διατήρηση της βρετανικής ναυτικής κυριαρχίας, θα ήταν οικονομικά και τεχνικά αδύνατος ενώ ταυτόχρονα οι πολιτικοί του στόχοι δυσδιάκριτοι.

Τον Αύγουστο του 1945 το Αμερικανικό Ναυτικό βρέθηκε, με τη σειρά του, απόλυτος κυρίαρχος των θαλασσών. Με 6.768 πολεμικά πλοία στη σύνθεσή του, 23 θωρηκτά, 28 αεροπλανοφόρα κρούσης και 71 συνοδείας, 72 καταδρομικά, 738 αντιτορπιλικά και φρεγάτες, 232 υποβρύχια και 2.547 αποβατικά, το Ναυτικό αυτό ήταν υπέρτερο του συνόλου των υπόλοιπων στόλων της Γης –από τους οποίους μόνο ο βρετανικός είχε μια κάποια σημασία.

Σε ετούτη την περίπτωση η ναυτική αυτή υπεροχή δεν υπέκυψε σε κάποια συνθήκη «εξισορρόπησης» αλλά κατέστησε τις ΗΠΑ κυρίαρχο των θαλασσών και, ως εκ τούτου, του κόσμου γενικότερα.

Η εξήγηση ετούτης της ιστορικής αναδρομής βρίσκεται στο γεγονός ότι σήμερα, για ακόμα μια φορά, οι ισορροπίες του κόσμου μας αλλάζουν. Η ναυτική κυριαρχία των ΗΠΑ αποδείχτηκε πολύ πιο βραχύβια από την αντίστοιχη βρετανική.

Επτά δεκαετίες αργότερα και ενώ μεσολάβησε η «νίκη» στον Ψυχρό Πόλεμο, οι ΗΠΑ παρουσιάζουν σημεία κόπωσης στην εξάσκηση της ναυτικής κυριαρχίας. Η «εσωστρέφεια» του Τραμπ δεν είναι παρά πολιτική αντανάκλαση ετούτης της κόπωσης.

Η τελευταία σχετική ένδειξη πέρασε σχεδόν απαρατήρητη από τα μέσα μαζικής «ενημέρωσης» παρά την ιστορική σημασία της. Από τις τελευταίες εβδομάδες του προηγούμενου χρόνου, το Ναυτικό των Ηνωμένων Πολιτειών απέσυρε το μοναδικό αεροπλανοφόρο, το «USS Eisenhower» –μαζί με τον στόλο υποστήριξής του- από τη στρατηγικά σημαντική ζώνη ανάμεσα σε Περσικό Κόλπο, Ινδικό Ωκεανό, Ερυθρά Θάλασσα, Ανατολική Μεσόγειο.

Για πολλές δεκαετίες η «επιτήρηση» της εύφλεκτης αυτής ζώνης από τις αμερικανικές «ομάδες επιχειρήσεων» και τα αεροπλανοφόρα τους ήταν σταθερά μόνιμη κατάσταση. Φυσικά σε λίγο παλαιότερες εποχές ετούτα τα «πλοία κυριαρχίας» ήσαν περισσότερα από τα σημερινά δέκα.

Η κόπωση του ώς τώρα κυρίαρχου δημιουργεί ευκαιρίες, στρατηγικά κενά δηλαδή, τα οποία σπεύδουν να καλύψουν εκκολαπτόμενες περιφερειακές ή λιγότερο περιφερειακές δυνάμεις. Πέρα από την υπερεπένδυση της Κίνας και της Ινδίας σε ναυτικούς εξοπλισμούς, μικρότεροι δελφίνοι επιδίδονται σε παρόμοιους σχεδιασμούς.

Ανάμεσά τους η γειτονική μας και ερντογανικά φιλόδοξη Τουρκία: η κατασκευή ενός σύνθετου πλοίου αμφιβίου πολέμου –με δυνατότητα υποδοχής αεροσκαφών F-35B- με μέγεθος που πλησιάζει τους 30.000 τόνους συνεχίζεται σε ισπανικά ναυπηγεία.

Η πλαισίωση του μεγάλου για τα ώς τώρα μεγέθη του Τουρκικού Ναυτικού σκάφους με στόλο υποστήριξης από αντιτορπιλικά μεγέθους 9-10.000 τόνων, πλησιάζει το στάδιο των τελικών παραγγελιών.

Εξυπακούεται ότι ανατροπές αυτού του μεγέθους τίποτε καλό δεν υπόσχονται για τη σταθερότητα του κόσμου και, ως εκ τούτου, για το μέλλον της ειρήνης σε αυτόν.

Η όξυνση της κοινωνικής ανισότητας συνοδεύεται από τριβές στην παγκόσμια τάξη και η αλληλεπίδραση των δύο αυτών εστιών έντασης φέρνει πιο κοντά μια περίοδο έντασης και συγκρούσεων, όπως αυτές που ευχόμαστε να μη γνωρίσουν ποτέ πάλι οι άνθρωποι.

* καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας ΑΠΘ