Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Φυλλάδια με ένα απόσπασμα από ένα ημερολόγιο του Ζοζέ Σαραμάγκου έβγαλαν φτερά την προηγούμενη εβδομάδα και πέταξαν από τα θεωρεία της Βουλής για να προσγειωθούν στην αγκαλιά των μισοκοιμισμένων βουλευτών.

Το θέμα της συζήτησης ήταν οι ιδιωτικοποιήσεις, σ’ αυτές αναφερόταν και το σύντομο κείμενο (με λογοκριμένη μια «κακιά» λέξη).

Κι επειδή μας έχουν μάθει ότι σημασία δεν έχει τόσο το τι λέει κάποιος, όσο το «ποιος» το λέει, στο τέλος του κειμένου υπήρχε το όνομα του συγγραφέα με την προσθήκη «Νόμπελ Λογοτεχνίας 1998», όχι όμως ο τίτλος του βιβλίου απ᾽ όπου προερχόταν το απόσπασμα.

Μπήκε λοιπόν η υψηλή λογοτεχνία στη Βουλή, έστω και από την πίσω πόρτα ή μάλλον από την πάνω, από τον φεγγίτη.

Συχνά οι αγορητές στολίζουν τις ομιλίες τους με λίγους στίχους από κάποιο ποίημα ενός καταξιωμένου, εννοείται, ποιητή.

Ομως αυτή τη φορά το απόσπασμα είχε γραπτή και όχι προφορική μορφή. Scripta manent, όπως λένε.

Δεν πιστεύω ότι αυτή η πρωτοβουλία των πρώην βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ και τώρα στελεχών της ΛΑ.Ε. ήταν ασέβεια απέναντι στον «ναό της Δημοκρατίας».

Εχουν προηγηθεί πράξεις πολύ πιο ασεβείς που μας ταπεινώνουν όλους. Το παράξενο είναι ότι ο Σαραμάγκου μιλά, ενώ ο λαός σωπαίνει.

Θα περίμενε κανείς ότι την ημέρα της ψήφισης του νόμου που ανοίγει τον δρόμο για ακόμα περισσότερες ιδιωτικοποιήσεις, η φωνή του λαού θα δονούσε το κτίριο της Βουλής.

Κάτι τέτοιο δεν συνέβη, αν και πραγματοποιήθηκαν κάποιες αναιμικές συγκεντρώσεις και πορείες διαμαρτυρίας.

Την περίφημη «οργή του λαού» έχει πλέον αντικαταστήσει η σιωπή, η απελπισία του λαού.

Μια μικρή μειοψηφία βγαίνει στους δρόμους, παρ’ όλο που τα στατιστικά στοιχεία της ΕΛ.ΑΣ. λένε πως το πρώτο εξάμηνο του 2016 έγιναν όσες διαδηλώσεις είχαν γίνει όλο το 2015.

Μια φορά κι έναν καιρό όχι πολύ μακρινό, όταν στη Βουλή συζητούσαν κάποιο επίμαχο νομοσχέδιο, ο λαός (έστω ένα κομμάτι του) είχε επίσης τον λόγο, κάτω στην πλατεία Συντάγματος.

Σήμερα η κραυγή των «κάτω» δεν φτάνει στα αυτιά των «πάνω», όχι τόσο γιατί είναι βουλωμένα, αλλά γιατί οι κάτω δεν έχουν πια κουράγιο να κραυγάσουν. «Δεν βγαίνει τίποτα», λένε οι περισσότεροι.

Ετσι, αφήνουμε τη λογοτεχνία να κραυγάσει για λογαριασμό μας. Μόνο που τα όμορφα λόγια δεν αλλάζουν τον κόσμο, δεν αλλάζουν καν τη γνώμη των βουλευτών που ψήφισαν και ψηφίζουν «ναι» στα μνημονιακά μέτρα.

Το 1933 ο Γιώργος Σεφέρης έγραφε «προτιμώ μια στάλα αίμα από ένα ποτήρι μελάνι». Οχι πως ο άνθρωπος ήταν αιμοβόρος, κάθε άλλο.

Το αίμα είναι ο ζωντανός άνθρωπος, η φυσική παρουσία, η ανάσα, η φωνή του.

Ως γνωστόν, οι πεθαμένοι δεν αιμορραγούν. Τώρα οι περισσότεροι αρκούνται στο ψηφιακό μελάνι, στα σόσιαλ μίντια αφήνουν να ξεχυθεί η αγανάκτησή τους.

Ας ξαναβρέξει λοιπόν στη Βουλή. Και όχι μόνο πεζογράφους, αλλά και ποιητές, ντόπιους και ξένους, ας βροντήξει ο Κάλβος, ας μας μπουμπουνίσει ο Σικελιανός, ας γίνουν εναέριες ποιητικές μονομαχίες, ας ηχήσουν οι σάλπιγγες, «καμπάνες βροντερές», σύγκορμη τη χώρα να δονήσουν, μπας και ντραπούν αυτοί που θα έπρεπε να ντρέπονται.